ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ

ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ
XX ΤΘΜ - XXIV ΤΘΤ - ΧΧVI EMA

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

Η υποδοχή των τελωνειακών στους Πολεμιστές του 1974

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΠΡΑΟΥΔΑΚΗ - βετεράνου πολεμιστή του 4ου Λόχου της ΕΛΔΥΚ 1974 που πολέμησε στην Επική Μάχη του Στρατοπέδου από 14-16/8/74

"...Βλέπω στην τηλεόραση την υποδοχή των δύο μελών των Ενόπλων Δυνάμεων που έμειναν κρατούμενοι μήνες στις τουρκικές Φυλακές. Υπουργοί, ο Αρχηγός Στρατού, και πλήθος άλλων επισήμων, πολιτικών και στρατιωτικών, τους υποδέχτηκαν στο αεροδρόμιο όπου μεταφέρθηκαν με το προεδρικό αεροσκάφος από την Τουρκία. ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΕΚΑΝΑΝ. Σαν σήμερα,44 χρόνια πριν, ανήμερα της εορτής της Κοιμησεως της Θεοτόκου, εμείς που υπερασπιζόμασταν το στρατόπεδο της ΕΛ.ΔΥ.Κ., περνούσαμε δύσκολες ώρες. Όμως δεν θ'ασχοληθώ με τον πόλεμο, αλλά με την δική μας επιστροφή στην Ελλάδα την 1η Δεκεμβρίου του 1974. Βέβαια εμείς δεν ήλθαμε με αεροπλάνα αλλά με Αρματαγωγο. Μετά από ένα απίστευτο για όσους δεν το έζησαν 5μηνο, που εκτός τον πόλεμο και τις κακουχίες του ακολούθησαν 3,5 μήνες απίστευτης ταλαιπωρίας, όπου κοιμόμασταν στο χώμα, όπου τις πρώτες μέρες μετά τον πόλεμο δεν είχαμε να φάμε και με ντροπή λέω ότι αναγκαζόμασταν να κλέβουμε και πάντα με το δάχτυλο στην σκανδάλη του όπλου γιατί ο εχθρός ήταν μπροστά μας και τον βλέπαμε. Επιβιβαστηκαμε λοιπόν στο Α/Γ από την Λεμεσό και μετά από ένα φοβερό ταξίδι τριών ημερών με 8 μποφόρ φτάσαμε επί τέλους στις Κεχριες Κορινθίας, όπου μας επιφυλασσαν μια υποδοχή την οποία δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε. Οι περισσότεροι είχαμε την εντύπωση οτι, όλο και κάποιος ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού θα μας ευχόταν το Καλώς ήλθατε πολεμιστές της Πατρίδας. Αμ δε. Μόλις κατέβηκε ο καταπέλτης του Α/Γ υπό τις επευφημίες μας και πριν προλάβουμε να κινηθούμε, ανέβηκαν στο πλοίο ένστολοι υπάλληλοι του τελωνείου και μας ανακοίνωσαν ότι θα γίνει έλεγχος στις αποσκευές μας. Η οργή που είχαμε μέσα μας εδώ και μήνες ξέσπασε και κινηθήκαμε, (πλέον των 400ων στρατιωτών ήμασταν), εναντίων τους και έφυγαν τρέχοντας για να σωθούν. Όταν οι συνοδεύοντες αξιωματικοί και αυτοί που μας περίμεναν κατάφεραν να μας συγκεντρώσουν, ξαναηλθαν οι τελωνειακοί, αλλά οι διαθέσεις μας ήταν τόσο εχθρικές εναντίων τους που αναγκάστηκαν να φύγουν άπραγοι. Από τα ορύγματα μας μάζεψαν και μας πήγαν στο Α/Γ, τι μπορούσαμε να έχουμε μαζί μας, εκτός από το αίμα των Ηρώων συμπολεμιστων μας που είχαμε στις καρδιές μας. Λίγο αργότερα μας ανακοίνωσαν το δεύτερο δώρο που μας επιφυλλασσαν. Όσοι είχαν ποινές φυλάκισης θα τις υπηρετούσαν. Το τι ακούστηκε τότε δεν μπορώ να σας το μεταφέρω. Είχαμε υπηρετήσει 4,5 μήνες επιπλέων από την θητεία μας, είχαμε περάσει πόλεμο, πολλοί από τους φίλους μας είχαν πέσει στο πεδίο της μαχης, είχαμε περάσει μια απίστευτη ταλαιπωρία και μας ζητούσαν να υπηρετήσουμε κι'αλλο. Μεταφερθήκαμε με ΡΕΟ στο Λουτράκι όπου το Κλιμάκιο Υποδοχής ΕΛ.ΔΥ.Κ., όπου με περίμεναν η μάνα μου και η αδελφή μου, τις οποίες είχα να δω 17 μήνες. Από την μια η χαρά που τους ξαναβλεπα και από την άλλη η μεγάλη οργή που ένιωθα μέσα μου για την συμπεριφορά της Κυβερνήσεως της Ν.Δ. προς αυτούς που με θυσίες και αίμα κράτησαν την τιμή της Πατρίδας ψηλά. Πήγα στις αποθήκες όπου ήταν οι βαλίτσες μας τις οποίες είχε μεταφέρει στην Ελλάδα το Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ τον Ιούλιο και χωρίς να αναφέρω τίποτα σε κανένα έφυγα για την Αθήνα.
Ο Βαγγέλης Μπραουδάκης λίγο μετά την Μάχη του Στρατοπέδου μαζί με συμπολεμιστές του (δεύτερος από αριστερά) Την άλλη μέρα το πρωί, έβαλα σε μια τσάντα τα στρατιωτικά ρούχα τις κάλτσες τα αρβυλα το καπέλο που φορούσα, τα μόνα που μου είχαν απομεινει, ( ο σάκος μου είχε καεί από βόμβα ναπαλμ), δεν ήθελα να εχω τίποτα που να μου θυμίζουν τον Ε.Σ., πήγα στο Λουτράκι τα παρέδωσα στους αρμόδιους πήρα το απολυτήριο μου και έφυγα. Αυτά αγαπητοί φίλοι για να γνωρίζετε, ως επίσης και οτι για 24 χρόνια δεν υπήρχαμε. Οι πεσοντες, οι αγνοούμενοι και οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στον πόλεμο του 40. Σας εύχομαι ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ...."

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΕΛΔΥΚ - ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΜΥΡΛΗΣ εκ Ναυπλίου

Η περίπτωση του στρατιώτη Σμυρλή Βασίλειου είναι η πιό χαρακτηριστική περίπτωση ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥ που διαπράχθηκαν από πλευράς Τουρκίας στην Κύπρο το 1974.

Ο αγνοούμενος μέχρι σήμερα Βασίλης Σμυρλής, με καταγωγή από το Ναύπλιο, συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τούρκους εισβολείς του στρατοπέδου, περίπου στις 4 η ώρα το μεσημέρι, στις 16/8/1974, μέσα στο στρατόπεδο της ΕΛΔΎΚ, την ώρα που απομακρύνοντας από το βομβαρδισμένο όρυγμα του, απολύτως μπαρουτοκαπνισμένος, μαζί με τον επίσης Ήρωα, τον Βασίλη τον Βάσιο, με γενέτειρα από τον Άγιο Νικόλαο της Χαλκιδικής. Κατευθύνθηκαν και οι δύο, κακήν κακώς, και μη έχοντας και άλλη επιλογή, προς το 11 τακτικό συγκρότημα, δηλαδή ένα μικρό στρατόπεδο, στα βόρεια του στρατοπέδου της ΕΛΔΎΚ, θεωρώντας πως εκεί πέρα θα έβρισκαν ένα προσωρινό καταφύγιο. Αυτά τα 20χρονά παιδιά, στρατιώτες της Ηρωικής ΕΛΔΎΚ, αλλά και οι τελευταίοι υπερασπιστές του στρατοπέδου, στην πρώτη γραμμή του πυρός, υπερασπιζόμενοι το ίδιο το Έθνος, πολεμώντας με υπεράριθμο Τουρκικό πλήρως εξοπλισμένο εχθρό σε μια αναλογία 1:22, διαφυλάττοντας τα ιερά και τα όσια, της μητέρας πατρίδας Ελλάδας, ακμαία και σταθερά, πράττοντας το χρέος τους, αλλά και το καθήκον τους, σε αυτό που τους πρόταξε η Εθνική τους αξιοπρέπεια, το καθήκον προς το γένος των απανταχού Ελλήνων επί γης, όπως ο Βασίλης ο Σμυρλής, ο Βασίλης ο Βάσιος, ο Στέφανος ο Κουτρούλης από τον Μαρμαρά της Χαλκιδικής αλλά και ο Θεόδωρος ο Ξένος. Έρποντας, σερνόμενοι, εγκαταλείπουνε τα ορύγματα τους, τραυματισμένοι πολλαπλώς, από τις άπειρες κακουχίες που αντιμετώπιζαν επί ένα μήνα ακήρυχτου πολέμου, εντελώς νηστικοί και άυπνοι, εξουθενωμένοι, μη έχοντας και άλλη επιλογή, άλλωστε όλα είχανε καταρρεύσει. Εν ολίγοις, η διαταγή της απαγκιστρώσεως, την οποία έδωσε αναγκαστικώς, θέλοντας και μη, ο Υποδιοικητής του στρατοπέδου της Ηρωικής ΕΛΔΎΚ, και τελευταίος στρατοπεδάρχης της, ο Ήρωας Αντισυνταγματάρχης Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος, δεν έφτασε ποτέ τους στον τελικό προορισμό τους, προς στα έμπροσθεν ορύγματα και αυτό διότι, οι εκάστοτε αγγελιοφόροι που ξεκινούσανε με ρίσκο της ίδιας τους της ζωής, να μεταφέρουνε το μήνυμα, διαταγή της εγκατάλειψης του στρατοπέδου, τα οποία τα υπερασπίζονταν με απέραντο σθένος αλλά και πάθος οι Ήρωες στρατιώτες της ΕΛΔΎΚ, σκοτωνόντουσαν, θυσιάζονταν, αποδεκατίζονταν, μέχρι να ενημερώσουνε τους στρατιώτες των ορυγμάτων, που πλήττονταν από αναρίθμητες εχθρικές σφαίρες, βλήματα.
Μόλις ξεκίνησαν να βγούνε από το όρυγμα, το σίγουρο φέρετρο τους, οι τέσσερις αυτοί Ήρωες στρατιώτες, υπέθεσαν πως θα έβρισκαν κάποια σωτηρία, ως καταφύγιο, εάν κατευθύνονταν προς το στρατόπεδο του 11 τακτικού συγκροτήματος, έτσι το ονόμαζαν, σε μία απόσταση περίπου των 500μ, όμως για κακή τους τύχη, και μη γνωρίζοντας, πως αυτό το είχανε καταλάβει οι Τούρκοι από τις 23 του Ιούλη, μη ενημερώνοντας τους κάποιος. Επικεφαλής ο Λοχίας, ο Βασίλης ο Βάσιος, προπορεύεται προς εκείνη την κατεύθυνση, νομίζοντας και ευελπιστώντας πως θα έβρισκαν εκεί την πολυπόθητη σωτηρία που ευαγγελίζονταν, τον ακολουθούνε κατά πόδας, οι υπόλοιποι τρεις στρατιώτες, σε απόσταση αναπνοής μόνο ο Βασίλης ο Σμυρλής, τότε για κακή τους τύχη, πέφτει μία οβίδα όλμων, στα 100 μέτρα πιο πίσω του, και σηκώνεται ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης, με φυσικό επακόλουθο να χαθούνε από προσώπου γης, οι δύο τελευταίοι στρατιώτες, ο Στέφανος ο Κουτρούλης και ο Θεόδωρος ο Ξένος, χάνοντας τους, από τότε τα ίχνη τους. Ματαίως φώναζαν και περίμενα κάποια στοιχειώδη ανταπόκριση, για να τους απαντήσουνε, έτσι, οι δύο εναπομείναντες προπορευόμενοι, κοντοστάθηκαν για κάποιο μικρό εύλογο χρονικό διάστημα, με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής. Επιπροσθέτως, δάκρυσαν τα μάτια τους, στέγνωσαν τα λαρύγγια τους, από την απέραντη αγωνία, μέχρι να τους εντοπίσουνε, τίποτα δεν κινείτο, νέκρωσαν τα πάντα, δεν μπορούσανε να σηκωθούνε όρθιοι, ώστε να γυρίσουνε προς τα πίσω, για να τους περισυλλέξουνε, τους ασφαλώς νεκρούς συναδέλφους τους, να τους έβλεπαν ιδίοις όμμασι, το τι συνέβη από κοντά, εν κατακλείδι, τα καταιγιστικά αφειδώλευτα πυρά των Τούρκων, εναντίον τους, θέρισαν την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα. Μη έχοντας και άλλη επιλογή, συνέχισαν την ανηφορική πορεία τους, με εμφανή βαριά καρδιά, μη γυρίζοντας πίσω να κοιτάξουνε, για κακή τους τύχη όμως, μόλις έφτασαν κοντά στο 11 τακτικό συγκρότημα, δέχθηκαν και από εκεί πυρά καταιγιστικά, πίστευαν πως ήτανε δικοί μας στρατιώτες, ενώ τους μπέρδεψαν οι ίδιες στολές που φορούσανε, και οι δύο του ΝΑΤΟ. Κουνούσανε τα χέρια τους αδιάκοπα, βρίζοντας, ασφαλώς νευριασμένα, για την υποτιθέμενη δήθεν ασυνεννοησία, ώστε να πάψουνε να τους χτυπούνε, αλλά τίποτα, μη γνωρίζοντας το τι τους περιμένει προχωρούνε προς τα εμπρός, διαπίστωσαν μόλις πλησίασαν εγγύτερα, πως τα κράνη που φορούσανε είχανε την Τουρκική σημαία, πάγωσε το αίμα τους, "Βασίλη", τον φωνάζει με τρεμάμενη φωνή, προς τον Λοχία Βάσιο, ο άλλος Βασίλης, ο Σμυρλής, "Τούρκοι, μας περικύκλωσαν, τι θα κάνουμε τώρα;"
Τους πλησίασαν και τους ανάγκασαν, περίπου 20 Τούρκοι οπλισμένοι στρατιώτες, σαν αστακοί, με εμφανείς βάρβαρες διαθέσεις. Γρονθοκοπώντας τους ανηλεώς, με αγριους ξυλοδαρμούς, στο να παραδώσουνε τον επιμέρους οπλισμό τους, ενώ τους σημάδευαν από όλες τις πλευρές και κατευθύνσεις, έτσι μη έχοντας και άλλη επιλογή, τα παρέδωσαν τα όπλα τα ιερά, και έμειναν στο έλεος των Τούρκων βασανιστών τους. Εν κατακλείδι, όλα αυτά που σας αναφέρω, αφηγηματικώς, τα εξιστορεί στο προσωπικό του ημερολόγιο, ο Λοχίας αιχμάλωτος επί τρείς μήνες, στις φυλακές Αδάνων της Τουρκίας, ο Βασίλης ο Βάσιος, από τον Άγιο Νικόλαο της Χαλκιδικής, επομένως, δεν τα βγάζω από την φαεινή, νοσηρή μου φαντασία, για τους κακόπιστους τα αναφέρω. Εν ολίγοις, δεν άντεξαν το τόσο πολύ ξύλο, έπεσαν κάτω αναίσθητοι, με γροθιές στο πρόσωπο τους, τους συνέφεραν, τα χείλη τους καταματωμένα, όπως επίσης και αναρίθμητα τραύματα δέχθηκαν στο κεφάλι τους, που προήλθαν από τους υποκοπάνους των όπλων τους, το αίμα τους έρεε σαν ποτάμι, πάνω στο πρόσωπο τους. Ακολούθως, τους δένουνε χειροπόδαρα και τους σέρνουνε προς τα έξω, προς άγνωστη κατεύθυνση, τότε έντρομα και με τρεμάμενη φωνή, ρωτάει τον Βασίλη τον Βάσιο, χαμηλόφωνα, ο Βασίλης ο Σμυρλής, "Βασίλη που μας πάνε; Θα μας σκοτώσουνε, πρέπει κάτι να κάνουνε επειγόντως, θέλω να κατουρήσω, δεν αντέχω άλλο", όμως δεν του το επέτρεψαν. Εκείνη την χρονική στιγμή, τους χωρίζουνε βιαίως, τον έναν στα δεξιά δεξιά και τον άλλον στα αριστερά. Το δε Βασίλη Σμυρλή, του χώνουνε βιαίως το πρόσωπο του, μέσα σε ένα κουβά με ανθρώπινες ακαθαρσίες, περιττώματα, και από τότε δεν τον ξαναείδε ο Βασίλης ο Βάσιος. Ήταν και ο τελευταίος άνθρωπος που τον είδε ζωντανό, διότι, από τότε χάθηκαν τα ίχνη του, και θεωρείται επισήμως αγνοούμενος ή μήπως καλύτερα αγνοημένος, από την υποτιθέμενη και προκλητικά προβεβλημένη δημοκρατική κοινωνία. Σας ερωτώ λοιπόν: Που βρίσκεται ο Βασίλη τον Σμυρλή από το Ναύπλιο, που αγνοείται η τύχη του, από τις 16/8/1974, χάνοντας τα μετέπειτα βήματα του; Για τον Βασίλης Σμυρλής, ο αιχμάλωτος στρατιώτης της Ηρωικής ΕΛΔΎΚ; Δεν είδα να ενδιαφέρεται όλα αυτά χρόνια, κανένας δήθεν ευαίσθητος έγκριτος δημοσιογράφος, όπως ο Χαρδαβέλας και καμία Αγγελική Νικολούλη, αδιαφορώντας επιδεικτικώς, ακόμη και ο υπολογίσιμος κατά τα άλλα Διεθνής Ερυθρός Σταυρός. Όσον αφορά τον άλλον αιχμάλωτο, τον Βασίλη τον Βάσιο, δεν τόλμησε ποτέ να αφηγηθεί, όλες τις ιστορίες της απόλυτης φρίκης που πέρασε, τις απάνθρωπες, του αποτροπιασμού του ανθρώπινου είδους, που εκτυλίχθηκαν εις βάρος του, ζώντας έγκλειστος και αιχμάλωτος στα χέρια των Τούρκων βασανιστών του στις Στρατιωτικές Φυλακές των Τούρκων. 
ΠΛΗΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ "ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΗΛΘΑΝ ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ - Εκδ.ΠΕΛΑΣΓΟΣ)


(Στην πρώτη φωτο ο αγνοηθείς-αγνοούμενος Βασίλης Σμυρλής. Στην δεύτερη φωτο δεξιά ο Βασίλης Βάσιος σήμερα μαζί με τον άλλο ηρωϊκό μαχητή στην Μάχη του Στρατοπέδου, τον φίλο του Δημήτρη Πεπερά)

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

Λοχαγός (ΠΖ) Σταμπουλής Βασίλειος


 ΛΟΧΑΓΟΣ (ΠΖ) ΣΤΑΜΠΟΥΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ


Ο Λοχαγός Σταμπουλής, υπηρετούσε στην ΕΛΔΥΚ ως Δντής του 4ου ΕΓ της Διοίκησης, μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού του 1974. Τότε του ήλθε μετάθεση για την Ηπειρωτική Ελλάδα, ως συμπληρώσας τον χρόνο παραμονής του στην Κύπρο. Ενώ παρέδωσε καθήκοντα, ξεσπά το Πραξικόπημα. Ο Λοχαγός καταλαβαίνει ότι τα πράγματα με τους Τούρκους δεν θα πάνε καλά και παρότι είχε την μετάθεση στα χέρια του και μπορούσε να επαναπατριστεί καταλαβαίνει ότι αν υπάρξει στρατιωτική εμπλοκή με τους Τούρκους, το Ελληνικό Σύνταγμα θα χρειαστεί γνώστες της Κυπριακής γης και των δυνατοτήτων της ΕΛΔΥΚ. Οι αντικαταστάτες «φρέσκοι»! Και αποφασίζει να μείνει αυτοπροαιρέτως.
Κατά την Μάχη Υπεράσπισης του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ στον Αττίλα ΙΙ ο επικεφαλής Ανχης (ΠΖ) Σταυρουλόπουλος Παναγιώτης, τον παίρνει δίπλα του σαν Υπασπιστή του, με βοηθό του τον Υπλγό (ΠΖ) Χρυσοσπάθη Γεώργιο, στον Σταθμό Διοίκησης που είχε εγκαταστήσει στο εκκλησάκι του Αγ.Γεωργίου μόλις 120 μ. από τα συρματοπλέγματα του Στρατοπέδου, εκεί που αμυνόταν ο 4ος Λόχος.
Πολέμησε γενναία τις 60 ώρες του τριημέρου «που κράτησε» η ΕΛΔΥΚ πολεμώντας σε μια αναλογία 1:22 απέναντι στους Τούρκους (318  Ελδυκάριοι εναντίον 6.900 Τούρκων). Έχουμε την μαρτυρία του λοχία Μανώλα Άγγελου του 2ου λόχου της 103 σειράς από την Καλάνδρα Χαλκιδικής:
«(…) Μετά τον ηρωικό θάνατο του διμοιρίτη μου αρχιλοχία Μπινάκη Γεώργιου εκτελούσα καθήκοντα προσωρινού διμοιρίτη μέχρι που ήρθε και ανέλαβε ο μόνιμος αρχιλοχίας Μπόσινας Παναγιώτης από την Καλαμάτα, ένα πραγματικό παλικάρι. Με κράτησε δίπλα του μέχρι την τελευταία στιγμή. όταν μετακινήθηκα για νερό μέσα στους καπνούς είδα και μίλησα για τελευταία φορά τον πατριώτη μου λοχαγό από τη Βάλτα Κασσάνδρας Σταμπουλή Βασίλειο. Τον είχε στείλει ο στρατοπεδάρχης Αντισυνταγματάρχης Σταυρουλόπουλος να μας ρωτήσει αν έχουμε πυρομαχικά. Με φώναξε: «Μανώλα, γύρνα στο όρυγμά σου να προφυλαχθείς γιατί θα μείνεις σαν αγραφύλακας στην αμπουλιάνα (λιβάδι). Αφού με συμβούλεψε στα χαλκιδικιώτικα να φυλάγομαι, χάθηκε μέσα στους καπνούς να μιλήσει με τους αξιωματικούς του 2ου λόχου. Ήταν Υπασπιστής του Αντισυνταγματάρχη Σταυρουλόπουλου και μεγάλο παλικάρι. Όταν αργότερα, την ίδια μέρα, εγώ σώθηκα και έμαθα ότι σκοτώθηκε ο Λοχαγός, κάθησα κάτω από μια ελιά και έκλαψα σαν μικρό παιδί…»
Ο διοικητής του  Ταξχος ε.α. Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος  δηλώνει: “Ηταν μεγάλη η στενοχώρια μου όταν έμαθα ότι σκοτώθηκε ο Σταμπουλής. Λεβέντης. Τρεις μέρες ήταν δίπλα μου, πολέμησε δίπλα μου…. Κατηγορώ τον εαυτό μου που χάθηκε. Γιατί τον διεταξα να φύγει πριν από εμένα…. Επρεπε να τον κρατησω μαζί μου. Να φύγουμε μαζί όπως πολεμήσαμε μαζί…. Λεβέντης !!! Παλληκάρι !!! Το ίδιο και η σύζυγός του που την γνώρισα. Κρίμα να χάνονται τέτοιοι άνδρες”
Η ανηψιά του ΗΡΩΑ Λοχαγού, κα Στελλα Τσιάλα από την Κασάνδρα Χαλκιδικής, γράφει: «Ο δρόμος που περνά μπροστά απ’ το πατρικό του σπίτι πήρε τ’ όνομά του: Οδός Λοχαγού Βασιλείου Σταμπουλή!
Δώσανε τ’ όνομά του στο 2ο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στον Αγ.Ιωάννη της Μαλούντας, στη Λευκωσία!
Μεγάλωσα, διάβασα, έψαξα, προσπαθώντας να μάθω τα πώς και τα γιατί που οδήγησαν στο χαμό του, που βασάνιζαν για χρόνια την οικογένειά μου… «Κύπρος 1974! Δεν νικηθήκαμε, προδοθήκαμε!»…Δεν ξέρω αν θέλω να μάθω περισσότερα!!! Τόσες ψυχές αδικοχαμένες, τόσα σπίτια βυθισμένα στο πένθος…
Κι ακόμα κλαίω, ακόμα θρηνώ, και κάθε φορά ακούω τη φωνή του πατέρα μου να μου λέει:
Σώπα, μην κλαις! Να είσαι περήφανη! Είναι ΗΡΩΑΣ!!!”


(Στην φωτο, το περασμένο Πάσχα, ο κ.Ταξχος ε.α. Παναγ. Σταυρουλόπουλος πήγε με δική του προσωπική πρωτοβουλία και έκανε τρισάγιο στον Βασίλη Σταμπουλή, τον Λοχαγό του που όλο το τριήμερο τον είχε στο πλάϊ του, στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Λακατάμειας, στο κενοτάφιο του)

Από το βιβλίο ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΣΤΟΛΗ ΤΟΥΣ - Εκδ.ΠΕΛΑΣΓΟΣ



Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Ανχης ΠΖ Παύλος Κουρούπης _ Διοικητής 251 ΤΠ

ΑΝΧΗΣ (ΠΖ) ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΡΟΥΠΗΣ



Ο Παύλος Κουρούπης γενήθηκε το 1929 στα Δεντρά Μεσσηνίας.
Από γονείς αγρότες, είναι το τρίτο κατά σειρά, από τα 6 παιδιά του Γεώργιου και της Ευαγγελίας Κοuρούπη και τα πρώτα του παιδικά χρόνια τα πέρασε στον τόπο που γεννήθηκε,εκεί που έμαθε να τιμά τις αξίες της ζωής και να σέβεται τον ιδρώτα που ποτίζει τη γη. Από μικρός ήθελε να βελτιώνεται και είχε μεγάλη αγάπη για τα γράμματα συνέχισε και τελείωσε το σχολείο στη Καλαμάτα.
Μεγάλο όνειρο του ήταν να ακολουθήσει στρατιωπκή καριέρα αγωνίσθηκε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων που με επιτυχία αποφοίτησε το 1952.
Μέσα στην σχολή ήταν υπόδειγμα Εύελπι, και σαν Ανθυπολοχαγός κατέστρωνε σχέδια για το μέλλον με προσωπική βελτίωση και πρόοδο. Με ένα και μοναδικό σκοπό να τιμήσει την στολή που του έδωσε η Πατρίδα και το όνομα της οικογένειάς του με το κύρος την αξιοπρέπεια και την τιμή που αρμόζει να φέρει κάθε έντιμος Έλληνας Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού.
Το παιδί της Μεσσηνιακής γης με ηθικές αξίες και ιδανικά πάλευε τη ζωή με την Παιδεία.
Έμαθε τρεις ξένες γλώσσες ανάμεσα σε στρατιωπκές εκπαιδεύσεις και υπηρεσίες, φοιτώντας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης απ' όπου το 1965 αποφοίτησε αριστεύοντας στον τομέα της Νομικής και στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου απ' όπου αποφοίτησε το 1967.
Νυμφεύθηκε  τη Μαρία Καρβούνη και από τον γάμο τους απέκτησαν μία κόρη, την Ευαγγελία (σ.σ. η κόρη του Εύη Κουρούπη απεβίωσε το 2016, χάνοντας την μάχη με την επάρατο ασθένεια).


Ο Π. Κουρούπης το 1972 μετατέθηκε στην Νήσο Κύπρο όπου τον πρώτο χρόνο υπηρέτησε στο χωρίο Μύρτου και στη συνέχεια υπηρέτησε ως Διοικητής στο 251 ΤΠ Κερύνειας.
Στην μονάδα του επέδειξε συμφιλιωτικό χαρακτήρα απέναντι στους διχασμένους σε Μακαριακούς και Γριβικούς Κυπρίους. Τους έδειχνε συνέχεια τον Άγ.Ιλαρίωνα και τους έλεγε «Ο ΕΧΘΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ, ΟΧΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ!»
Δεν είχε καμιά εμπλοκή με το Πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και απέτρεψε τις πράξεις αντεκδίκησης ανάμεσα στους άνδρες του.
Το βράδυ τη 19ης προς 20η Ιουλίου όταν όλες οι ενδείξεις εμφάνιζαν τους Τούρκους έτοιμους να εισβάλουν ξεκίνησε να δέχεται εφέδρους. Ο Συγκροτηματάρχης Συνταγματάρχης ΠΖ Στυλιανός Μιχόπουλος έδειχνε εφησυχασμένος και άνετος.
Μάλιστα δεν επέτρεψε στους άνδρες του 70 ΤΜΧ που είχαν παρουσιαστεί κατόπιν διαταγής του Διοικητή τους να προχωρήσουν στην μόλυνση των κεντρικών παραλιακών οδών με νάρκες, λέγοντας τους «τυπικά ήλθατε».
Την επόμενη μέρα το πρωΐ οι σκοποί του Στρατοπέδου βλέπουν με έκπληξη, αποβατικά να πλησιάζουν στην περιοχή της Γλυκιώτισσας όπου βρισκόταν το Στρατόπεδο. Μα στην περιοχή δεν υπήρχε ακτή κατάλληλη για απόβαση. Μόνο ακτές με μυτερούς βράχους και με στενούς, πολύ στενούς κολπίσκους.
Προφανώς οι Τούρκοι είχαν κάνει λάθος στην ακτή προς την οποίαν έπλεαν και αυτό γιατί εξέλαβαν την Νήσο των Εχιδνών με την βραχονησίδα Καλαμούλια στο Πέντε Μίλι την οποία είχαν θέσει ως σημάδι…
Ετοιμάζονταν 10 χρόνια για απόβαση και είχαν ΜΟΝΟ ένα σημάδι για τον Αποβατικό Στόλο τους. Τέλος πάντων τελευταία στιγμή κατάλαβαν το λάθος τους και έπλευσαν παράλληλα προς την ακτή (κατά παράβαση των κανόνων ασφαλείας, ευρισκόμενοι εκτεθειμένοι πλευρικά – με μεγάλο στόχο – στις Πυροβολαρχίες του Πενταδακτύλου και του Βοσπόρου. Αλίμονο όμως οι Πυροβολαρχίες με εξαιρεση ένα-δύο πυροβόλα με επικεφαλής τον εφ.Ανθλγό Κρίτωνα Τζαβέλλα, δεν χτύπησαν.
Ετσι οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν ανενόχλητοι στο Πεντεμίλι.



Εν τω μεταξύ οι σκοποί του 251 είχαν σημάνει Συναγερμό και στο Στρατόπεδο επικρατούσε «Πολεμικός πυρετός».
Ο Διοικητής Π.Κουρούπης δίνει εντολή στον εφ.Ανθυπίλαρχο της 23 ΕΜΑ Δώρο Μπούρα να ξεκινήσει με τα 4 από τα 5 αρματα Τ-34/85 που ήταν αποσπασμένα στο 251 ΤΠ και να κατευθυνθεί προς Πεντεμίλι για να βάλει κατά των Αποβατικών.
Το 5ο άρμα ήταν χωρίς κινητήρα, γιατί είχε βλάβη και  είχε σταλεί για ανακατασκευή τις προηγούμενες μέρες.
Αμέσως ο εφ.Ανθλχος Δ.Μπούρας ξεκίνησε αλλά μετά από 100μ έμεινε με μόνο 3 άρματα, λόγω ακινησίας από βλάβη του 4ου άρματος. Αυτό το άρμα είχε πρόβλημα και με το σύστημα οδήγησης και εξερχόμενο από το Στρατόπεδο, γκρέμισε τον αριστερό πυλώνα της Πύλης. Τελικά στο Πικρό νερό έφτασαν τα 2 άρματα όπου έκαναν βολές κατά των αποβατικών αλλά μετά από λίγο στοχοποιήθηκαν από την Τουρκική αεροπορία και το Τουρκικό Ναυτικό και άρχισαν να δέχονται βροχή τα βλήματα. Το ένα άρμα βλήθηκε, το δεύτερο με τους ελιγμούς αποφυγής έσβησε ο κινητήρας του και παρά τις προσπάθειες των πληρωμάτων τους δεν μπόρεσαν να ξανακινηθούν. Αφαίρεσαν τα πυροβόλα των 0,50” και τις σφαίρες τους και τα εγκατέλειψαν, παίρνοντας τον δρόμο προς τον Αγ.Γεώργιο πεζοί, την στιγμή που οι Τούρκοι αποβίβαζαν τα πρώτα άρματά Μ-47 και τα Μ-113 τεθωρακισμένα τους!
Μια άλλη τραγική κατάσταση είχε να αντιμετωπίσει ο Κουρούπης. Τα κλείστα των ΠΑΟ 106 του ΛΒΟ του, έλειπαν. Αποδείχθηκε ότι λίγες μέρες προ της 15/8/74 ένας Μακαριακός Αξιωματικός που ανήκε οργανικά στο 251 αλλά ταυτόχρονα ήταν και Αξιωματικός του Εφεδρικού (δλδ των πραιτωριανών του Μακαρίου), τα είχε αφαιρέσει προκειμένου να μην χρησιμοποιηθούν σε πιθανό Πραξικόπημα κατά του Μακαρίου… Το 251 ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΒΑΡΕΑ ΟΠΛΑ… ΚΑΙ ΔΗ ΑΝΤΙΑΡΜΑΤΙΚΑ…
Έχοντας τον Σχη Μιχόπουλο στα πόδια του ο Κουρούπης προσπαθούσε να δει πως θα οργανώσει την άμυνα του. Ο Μιχόπουλος είχε αρχίσει να τα χάνει και έδινε αλλοπρόσαλλες οδηγίες.



Ο Διοικητής του 251 Τ.Π. δίνει αυτόβουλα την εντολή ο 1ος Λόχος και ο Λόχος Υποστήριξης να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο και να πορευθούν προς τους χώρους εξόρμησης. Οι δύο Λόχοι κατάφεραν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους Τούρκους και παρά το πλήθος των Τουρκικών αεροσκαφών και ελικοπτέρων, να ταχθούν σε απόσταση αναπνοής. Οι πρώτοι στρατιώτες του 1ου Λόχου είχαν πλησιάσει σε απόσταση 100 μέτρων! Τον 1ο Λόχο αποτελούσαν 90 άνδρες, ενώ τον Λόχο Υποστήριξης λιγότεροι. Απέναντί τους είχαν να αντιμετωπίσουν ολόκληρο το 50ο Σύνταγμα Πεζοναυτών το οποίο είχε ήδη αποβιβαστεί, καθώς και μεγάλο αριθμό Τούρκων Καταδρομών οι οποίοι είχαν αποβιβαστεί με ελικόπτερα! Μια τεράστια δύναμη με τρομερή ισχύ πυρός υποστηριζόμενη από τα βαριά πυροβόλα και άλλα όπλα των Τουρκικών αντιτορπιλικών και την Τουρκική αεροπορία, η οποία εντελώς ανενόχλητη αλώνιζε τον ουρανό της Κύπρου! Η διαφορά ισχύος μεταξύ των δύο αντιπάλων ήταν τεράστια! Δεν μπορεί να συγκριθεί με τα δεδομένα καμίας σύγχρονης μάχης! Εκατόν πενήντα Πεζικάριοι ΄Ελληνες απέναντι σε μια ενισχυμένη Ταξιαρχία Τούρκων των Ειδικών Δυνάμεων με πλήρη υποστήριξη βαρέων όπλων!!!
Η διαταγή προσβολής των Τούρκων δόθηκε ακριβώς στις 10.00΄…
Το τι επακολούθησε είναι αδύνατον να περιγραφεί!!! Η εγγύτητα των δύο αντιμαχομένων πλευρών, έδωσε χαρακτήρα σφοδρότατης σύγκρουσης! Πραγματική κόλαση! Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν και δέχονταν τα Ελληνικά πυρά χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν ουσιαστικά! Κατά εκατοντάδες έπεφταν νεκροί και οι φωνές των τραυματιών γέμιζαν με βογκητά και κραυγές απελπισίας την καυτή καλοκαιρινή ημέρα!



Οι έντονες επιθέσεις των Τούρκων μετά το πρώτο ισχυρό κλονισμό που δέχθηκαν, έσπασαν πάνω στην λυσσαλέα αποφασιστικότητα του Διοικητού του 251 Τ.Π και της μαχητικής ικανότητας των Στρατιωτών των δύο Λόχων.
Αλλεπάλληλα κύματα με υποστήριξη Τεθωρακισμένων οχημάτων και βαρέων όπλων, έσπαγαν με πάταγο πάνω στα στήθια των Ελλήνων ηρώων. Οι απώλειες μας σχεδόν μηδενικές σε αντίθεση με τις υπερβολικά μεγάλες Τουρκικές. Οι Τούρκοι νόμιζαν πως έχουν απέναντί τους όχι Διλοχία αλλα Σύνταγμα! Τα μηνύματα και οι αναφορές που έστελναν οι επικεφαλείς της αποβατικής δύναμης στην Άγκυρα ήταν αποκαρδιωτικά εντελώς. Γινόταν λόγος για αδυναμία εκτέλεσης της αποστολής, τεράστιες απώλειες και ενδεχόμενο ματαίωσης της επιχείρησης! Οι άνδρες των δύο Λόχων του 251 Τ.Π. μάχονταν με τέτοιο πάθος και επιμονή, που μόνο η αποβίβαση αρμάτων θα μπορούσε να την κάμψει!
Οι Τούρκοι πιέζονται αφόρητα και τελικά ολόκληρη αυτή τεράστια και ισχυρότατη δύναμη περιορίζεται σ΄έναν θύλακα μόλις 300-500 μέτρων μήκους και 50 μέτρων σσε βάθος από την ακτή και λαμβάνει αμυντική διάταξη!
Οι άλλοι Λόχοι του 251 Τ.Π. έχουν ήδη καταλάβει καίριες θέσεις για να εμποδίσουν την προσπέλαση των Τούρκων προς Κερύνεια και την υπερφαλάγγιση των άλλων δύο Λόχων που μάχονται ακατάπαυστα σε απόσταση αναπνοής από τους Τούρκους.
 Δυστυχώς ο 2ος Λόχος υπήρχε μόνο στα χαρτιά – στην πραγματικότητα δεν υπήρχε, αν και υπήρχε ο οπλισμός του αποθηκευμένος στον ΛΥΤ. Κάποιοι επίστρατοι τον ξαναζωντάνεψαν, στελεχώνοντας τον έστω και μερικώς.
Όλες οι προσπάθειες των Τούρκων να υπερφαλαγγίσουν και να καθυποτάξουν τους δύο άλλους Λόχους αποτυχνάνουν. Δοκίμασαν κι εκεί, αλλά και πάλι άφησαν εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες! Η μάχη παίρνει πλέον ασύλληπτες διαστάσεις έντασης..
Η νύχτα βρήκε τους Τούρκους με βαρύτατες απώλειες και σε πολύ άσχημη κατάσταση. Και όχι μόνο αυτό. Χάνουν από γκάφα τους τον Διοικητή του 50ου Συνταγματος Πεζοναυτών Σχη Ι.Καραογλάνογλου και τον σύνδεσμο επαφής επιγειων και εναέριων δυνάμεων Φ.Ερτζιάν.
Ο περίπατος μετατράπηκε σε πραγματική κόλαση! Οι ΄Ελληνες μαχητές, παραμένουν ακλόνητοι στις θέσεις τους. Αναμένουν ενισχύσεις για να πραγματοποιήσουν νυχτερινή επίθεση και να πετάξουν τους Τούρκους στην θάλασσα. Η χαρά είναι διάχυτη στο πρόσωπο του Κουρούπη!
Την νύχτα δεν θα μπορούν να υποστηρίξουν την αποβατική δύναμη η αεροπορία και το πολεμικό ναυτικό των Τούρκων. Εύκολη υπόθεση μετά την ολοήμερη πανωλεθρία που προκάλεσε στον Αττίλα. Μα χρειάζεται σημαντικές ενισχύσεις. Οι στρατιώτες του δεν επαρκούν στο ελάχιστο να καλύψουν την επιβαλλόμενη περίμετρο του προγεφυρώματος για να εκδηλώσουν αντεπίθεση. Ολόκληρη την ημέρα οι άντρες της Διλοχίας περίμεναν τις ενισχύσεις, όπως και την υποστήριξη του πυροβολικού καθώς και νέες δυνάμεις που να πλαισιώσουν έρθουν στο Πεντεμίλι… Αλλά δεν ήρθαν. Αυτοί όχι μόνο κράτησαν, αλλά ταπείνωσαν και τις πανίσχυρες στρατιές του Αττίλα.
Η επόμενη ημέρα πέρασε με την κατάσταση να παραμένει αμετάβλητη και την διεξαγωγή σφοδρότατων μαχών. Οι Τούρκοι ενισχυμένοι σημαντικά από την αεροπορία τους και τα παραπλέοντα πολεμικά τους πλοία, αναθάρρησαν και εξαπέλυαν τεράστιες σε όγκο και ισχύ αεροναυτικές επιθέσεις εναντίων των λίγων δεκάδων Ηρώων του 251 Τ.Π.. Ακλόνητοι οι ΄Ελληνες μαχητές, απέκρουαν με σθένος τις Τουρκικές επιθέσεις την μια μετά την άλλη! Αλλά δεν επαρκούσαν αριθμητικά για να καλύψουν ολόκληρη την περιοχή του Τουρκικού προγεφυρώματος.
Ισχυρές Τουρκικές δυνάμεις άρχισαν να διαρρέουν προς τα ανατολικά με κατεύθυνση την Κερύνεια.
Το πρωινό της 22ης Ιουλίου βρήκε το 251 Τ.Π να κατέχει τις θέσεις του αλλά με εντελώς ακάλυπτο το δεξιό του πλευρό, καθώς το αρμόδιο 306 Τ.Ε. εγκατέλειψε τον χώρο ευθύνης του, και πήγε στην Κερύνεια. Λάθος ολέθριο για όλη την μετέπειτα εξέλιξη της μάχης της Κύπρου.



Οι Τούρκοι εκμεταλλευόμενοι το προς ανατολάς κενό και την ανυπαρξία δυνάμεων, αποβίβασαν ισχυρότατες δυνάμεις , μηχανοκίνητα μέσα και μεγάλο αριθμό αρμάτων μάχης. Η οδός προς την πόλη της Κερύνειας ήταν ανοιχτή…
Διέρρευσαν πλήθος δυνάμεις και επετέθησαν στις 11.00΄ εναντίων της ανοχύρωτης πόλης.
Μέχρι της 13.30΄ο 1ος Λόχος του 251 Τ.Π. κρατούσε τις θέσεις του και αμύνονταν σθεναρά εναντίων των τεράστιων πλέον Τουρκικών δυνάμεων. Ο Λόχος Υποστήριξης επίσης, μάχονταν λυσσασμένα, χωρίς να χάσει εκατοστό εδάφους.
Ήταν πλέον πολύ αργά όμως…
Οι Τούρκοι είχαν παρακάμψει τους 2 Λόχους του 251 Τ.Π. και είχαν ξεχυθεί προς την Κερύνεια, σαρώνοντας τα πάντα μπροστά τους.
Ο Διοικητής του 251 Τ.Π. Αντισυνταγματάρχης Παύλος Κουρούπης, έσπευσε να σώσει τους ήρωές του και διέταξε σύμπτυξη προς νότο των δυνάμεών του. Στην προσπάθειά του να έρθει σε επαφή με τον 3ο Λόχο του αλλά και να διαπιστώσει την κατάσταση που επικρατούσε προς την Κερύνεια, ήρθε σε απόσταση αναπνοής από τις επιτιθέμενες Τουρκικές δυνάμεις. Εντελώς μόνος μαζί μόνο με τον Επιτελικό Αξιωματικό της Ανωτέρα Ταγματάρχη Κωνσταντίνο Τσιάκκα και με τον Υπασπιστή του, δέχθηκαν την επίθεση μεγάλων δυνάμεων Τούρκων Καταδρομέων. Ο Υπασπιστής του διέφυγε μαζί με μια ομάδα Ελλήνων Καταδρομέων που είχε σπεύσει στην περιοχή. Ο Ηρωικός Διοικητής του 251 Τ.Π. τραυματίσθηκε και μαζί με τον Τσιάκκα καλύφθηκε πίσω από ένα δένδρο. Ο Υπασπιστής του έφ. Ανθλγός ΠΖ  Δημήτριος Μπλέτσας, τον είδε τελευταία φορά να τραβάει το πιστόλι του και να μάχεται μαζί με τον Τσιάκκα, πυροβολώντας τους Τούρκους που πλησίαζαν. Σε λίγο έπαψαν οι πυροβολισμοί, δείγμα ή ότι σκοτώθηκε ή ότι του τελείωσαν οι σφαίρες ή ότι συνελήφθη αιχμάλωτος, μαζί με τον Τσιάκκα. Οι δυό τους είχαν κοινή όπως φαίνεται μοίρα. Αν έπεσε μαχόμενος, ας είναι αιωνία η μνήμη του λαμπρού αυτού αξιωματικού, που μόνος του με τους λιγοστούς του άνδρες στάθηκαν ακλόνητοι μπροστά στην ασιατική πλημμυρίδα και τίμησαν τα Ιερά Λάβαρα του Έθνους και της Φυλής. 



Ο «Δαβάκης» της Κερύνειας έσωσε τους άνδρες του από την περικύκλωση των Τούρκων και σχεδόν μόνος και βαριά τραυματισμένος στάθηκε με τις λιγοστές του δυνάμεις και πολέμησε τον Αττίλα!

(από το βιβλίο ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΣΤΟΛΗ ΤΟΥΣ-εκδ.ΠΕΛΑΣΓΟΣ)

Τχης ΚΔ Γεώργιος Κατσάνης

ΤΧΗΣ (ΚΔ) ΚΑΤΣΑΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ



Ο ήρωας αξιωματικός Γεώργιος Κατσάνης καταγόταν από το Σιδηρόκαστρο Σερρών, όπου γεννήθηκε το 1934 από γονείς πρόσφυγες.
Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο Σιδηροκάστρου εισήχθη στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1952 και το 1956 ορκίζεται Ανθυπολοχαγός Πεζικού και κατατάσσεται στους Καταδρομείς.
Το 1974 υπηρετούσε ως Ταγματάρχης Διοικητής της 33ης ΜΚ.
Η Μοίρα του είχε για έδρα του το χωριό Πέλλα-Παϊς
Η εισβολή των Τούρκων βρήκε τη μονάδα  του στη Λευκωσία, όπου είχε παραμείνει από το Πραξικόπημα για 5 μέρες. Το πρωί της 20ης Ιουλίου η μονάδα διατάχθηκε με δύο κλιμάκια της να προχωρήσεί και να φθάσει με κάθε τρόπο στον τόπο διασποράς που ήταν ο χώρος Πέλλα-Παΐς, κοντά στο Στρατόπεδό της στην ευρύτερη περιοχή Κυρήνειας.
Ένας λόχος αμέσως κινήθηκε για να προστατεύσει το διεθνές αεροδρόμιο της Λευκωσίας και η υπόλοιπη μοίρα με τον διοικητή της κατευθύνθηκε στο Πέλλα-Παΐς από όπου το βράδυ της ίδιας αναλάμβανε να υλοποιήσει τα Σχέδιά Ενέργειας της.
Στις 7:30 το πρωί ξεκινήσαν και οι ευρισκόμενοι στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας για το Πέλλα-Παΐς.
Τη δική του μαρτυρία, για το Γιώργο Κατσάνη καταθέτει ο τότε υποδιοικητής του Ευάγγελος Μαντζουράτος.
«O Γιώργος Κατσάνης υπήρξε ένας άψογος οικογενειάρχης. Ήταν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος σε μια χαρούμενη και πάντα γελαστή οικογένεια. Υπήρξε αγνός και από το μυαλό του δεν περνούσε πονηρή ή άσκημη σκέψη για κανέναν. Πάντα με τον καλό λόγο, με την καλή διάθεση, έδινε τα πάντα σε όλους και κρατούσε για τον εαυτό του τα τελείως απαραίτητα. Ήταν ένας καλός χριστιανός των πράξεων και λιγότερο των λόγων. Ό,τι έκανε το έκανε με σεμνότητα, ταπεινoφρoσύyη χωρίς τυμπανοκρουσίες και επιδείξεις.
Δεν του έλειπε το γέλιο και η αισιοδοξία ακόμη και στην πιο δύσκολη στιγμή. Όλοι μας θα θυμόμαστε το γλυκό χαμόγελο που πρόδιδε πάντα λεβεντιά, εμπιστοσύνη, σιγουριά και καλοσύνη. Έτσι έμεινε στη σκέψη μας. Άνθρωπος παράτολμος και άξίος αξιωματικός που την δεδομένη στιγμή έμπρακτα βεβαίωσε την αγάπη του προς την Πατρίδα.
Ήταν αυτός που πρώτος οδήγησε τους άνδρες του προς τον Άγιο Ιλαρίωνα της Κύπρου. Εκεί που πολλές φορές έστρεφε το βλέμμα του και μονολογούσε.
«Ίσως η μοίρα τότε να τον είχε τάξει να γίνει το ιερό σύμβολο και η παρακαταθήκη προς τους αδελφούς μας εκεί επάνω στις εκπορθισμένες από την 33η Μοίρα Καταδρομών παρυφές του Πενταδάκτυλου».
Και συνεχίζει ο κ. Μαντζουράτος:
«… Η εκπαίδευση στη μονάδα του ήτανε τακτική και όλοι οι άνδρες του ήταν σε άριστη κατάσταση. Σαν σκοπό είχε την δημιουργία αρίστων μαχητών για πολεμικές επιχειρήσεις για ημέρα και νύχτα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Πάντα μιλούσε σε όλους μας για τα ιδανικά της φυλής μας. Αγνός, ηθικός, ανιδιοτελής σε παρέσερνε και σε οδηγούσε σε υψηλές εθνικές εξάρσεις.
Σκληρά εκπαιδευμένος επιχειρούσε πάντα το παράτολμο δίνοντας πρώτος σαν αρχηγός το καλό παράδειγμα».
Τα συμβάντα του τέλους του :
«Ξεκινώντας να φθάσει με κάθε τρόπο στον τόπο διασποράς που ήταν ο χώρος Πέλλα-Παΐς, κοντά στο Στρατόπεδό της Μοίρας και έχοτας φτάσει 15 χλμ από την Κερύνεια δύο τουρκικά αεροπλάνα χτύπησαν την αυτοκινητοπομπή. Παρά την καταστροφή των αυτοκινήτων και τους τραυματίες που είχαμε συνεχίσαμε πεζοί για τον χώρο διασποράς της μονάδας.
Εκείνο το βράδυ η 33η Μοίρα Καταδρομών μείον ένα λόχο είχε σαν στόχο, να καταλάβει τα Πετρομούθια και να κινηθεί προς Κοτζάκαγια όπου θα δρούσε η 31 ΜΚ, η οποία μετά τον θάνατο του Υποδιοικητή της Χωλίδη και τον τραυματισμό του Διοικητή της Ραυτόπουλο κατά τις μάχες απέναντι στο Εφεδρικό,…είχε πλέον ως Διοικητή τον Αλεξανδρο Μανιάτη»
Επικεφαλής του κλιμακίου της βαθιάς διεισδύσεως που θα χτύπαγε τον εχθρό από τα νότα τέθηκε ο διοικητής της Μοίρας, Κατσάνης  αφού οι μόνιμοι αξιωματικοί ή είχαν τραυματισθεί ή κάλυπταν άλλες θέσεις – χωρίς να έχει κοντά του την ομάδα διοικήσεως…
Με το που έπεσε το τελευταίο φως οι μονάδες ξεκίνησαν για την αποστολή τους και σε λίγη ώρα είχαν ζώσει από τρεις πλευρές τον εχθρό.
Στις 11 τη νύχτα οι Μοίρες Καταδρομών προέβησαν με διαταγή του διοικητή  σε βιαία σύγκρουση σε όλο το μέτωπο με τους Τούρκους και τους Τουρκοκύπριους που βρίσκονταν στην περιοχή.
Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και διήρκησε μέχρι που εκδιώχθηκε και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης…
Καταλάβαμε τον αντικειμενικό στόχο που ήταν στις παρυφές του Αγίου Ιλαρίωνα στα Πετρομούθια. Η κατάσταση που επικρατούσε το πρωί της 21 ης Ιουλίου είχε ως εξής:
Οι τουρκικές δυνάμεις ενισχύθηκαν από αλεξιπτωτιστές και καταδρομείς. Τα πυρομαχικά μας έφταναν στο τέλος, υπόψη ότι είχαμε πυρομαχικά για να εκτελέσουμε την βραδινή διείσδυση να προσβάλουμε τον εχθρό, να το καταστρέψουμε, να καταλάβουμε το έδαφος και εν συνεχεία έπρεπε να απαγκιστρωθούμε μέχρι το άλλο φως από άλλες δυνάμεις που θα έρχονταν στην περιοχή.
Κάτι το οποίο δεν έγινε. Αναγκαζόμασταν έτσι κατόπιν διαταγών να εκτελούμε βολές μόνο από κοντινές αποστάσεις και μόνο εφ’ όσον κινδυνεύαμε άμεσα.  Οι επιθέσεις των Τούρκων αποκρούονταν από μικρές τοπικές δυνάμεις των λόχων. Σε μια τέτοια αντεπίθεση, όπου ο Κατσάνης σήκωσε μια διμοιρία για να διώξει από τον χώρο του τον εχθρό που είχε διεισδύσει, τραυματίσθηκε θανάσιμα. Οι στρατιώτες του προσπάθησαν να πάρουν το πτώμα του, δόθηκε μάχη μα δεν τα κατάφεραν.
Οι άνδρες των μονάδων είχαν ξεπεράσει τα όρια της αντοχής τους πολεμώντας κάτω από 42 βαθμούς θερμοκρασίας δίχως πυρομαχικά και νερό κατάφεραν πάραυτα να απαγκιστρωθούν και να φθάσουν στο Πέλλα-Παΐς.
Ήταν η μοναδική νίκη και η μοναδική επιτυχία που επιτέλεσε σε όλο το μέτωπο η 33η μοίρα. Η όλη επιχείρηση είχε στεφθεί από πλήρη επιτυχία. Όμως ο απολογισμός σε νεκρούς και τραυματίες ήταν μεγάλος.
Ο Γιώργος Κατσάνης τάχθηκε επικεφαλής της ομάδας Διοίκησης χωρίς να έχει δίπλα του κανένα να τον αντικαταστήσει και να τον στηρίξει.
Το ότι δέχθηκε παρόλα αυτά να πάει μόνος του, δείχνει την υπευθυνότητά του αλλά και τον ηρωισμό του άνδρα».
Ο Γιώργος Κατσάνης ήταν πραγματικά ένας Ήρωας.
Ένας από τους καταδρομείς του αναφέρei πιο λεπτομερώς τι συνέβη:
Ξημέρωσε Κυριακή. Ήταν 21 Ιουλίου 1974. Ώρα 9η πρωινή. Στη δεξιά πτέρυγα της 33 Μοίρας Καταδρομών, ο Διοικητής μας Γεώργιος Κατσάνης, προσπαθεί να εξουδετερώσει την τουρκική αντίσταση βοηθούμενος από τέσσερις καταδρομείς. Κάλυψη και στους πέντε παρείχαμε εγώ με δεύτερο καταδρομέα, που βρισκόμασταν κρυμμένοι πίσω από ένα μεγάλο βράχο, σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων. Άλλες ομάδες μας κάλυπταν πιο πίσω, χωρίς όμως οπτική επαφή με το σημείο, προφανώς λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους στη συγκεκριμένη περιοχή του Αγίου Ιλαρίωνα. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ο Διοικητής σηκώνεται (σ.σ. κάποιοι ανέφεραν ότι κάποιος φώναξε το όνομα του στα ελληνικά και βλήθηκε όταν σήκωσε το κεφάλι του να δει ποιος ήταν) και προσπαθεί να λάβει προωθημένη θέση μάχης. Και ενώ όλοι στοχεύαμε μπροστά προς το μέρος της τούρκικης αντίστασης, σφαίρα ελεύθερου σκοπευτή, προερχόμενη από την άλλη πλευρά του βράχου, κτυπάει το Διοικητή από αριστερά. Το σημείο απ’ όπου προήλθε η σφαίρα ήταν αδύνατο να ελεγχθεί για δυο λόγους:
Πρώτον, βρισκόμασταν πίσω από το μεγάλο βράχο και ήταν ορατό μόνο από την αντίθετη κατεύθυνση.
Δεύτερον, η ενέργεια των Τούρκων, να διεισδύσουν στις θέσεις μας με αυτό τον τρόπο κατά την ώρα της μάχης, ήταν ύπουλη, επικίνδυνη και άκρως ριψοκίνδυνη.
Τη στιγμή που ο Διοικητής μας έπεφτε στο έδαφος, συνεχείς ριπές αυτομάτων όπλων γάζωναν κυριολεκτικά το σημείο εκείνο για αρκετά λεπτά. Προσπάθειές μας να στρέψουμε τα πυρά μας προς τα αριστερά, έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι μας καθήλωσαν με καταιγισμό πυρών, ο δε βράχος έγινε διάτρητος από τις εκατοντάδες σφαίρες που δέχθηκε. Επανειλημμένες και απεγνωσμένες προσπάθειες δυο καταδρομέων από την ομάδα των τεσσάρων να προστρέξουν και να βοηθήσουν το Διοικητή μας απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσουν άμεσα. Ένας απ’ αυτούς, στην τελευταία προσπάθειά τους, τραυματίζεται και αποχωρεί. Για δεκαπέντε λεπτά, όλοι αμήχανοι, προσπαθούσαμε απεγνωσμένα ν’ αποφύγουμε το θάνατο από την τουρκική υπεροχή των πυρών. Καταφέραμε μετά δυσκολίας να συνεννοηθούμε, ώσπου τελικά εγκαταλείψαμε το φονικό σημείο καταβεβλημένοι και άφωνοι.
Στη σύντομη διαδρομή μας προς τα πίσω τραυματίστηκε και δεύτερος καταδρομέας. Με μεγάλη δυσκολία τον μεταφέραμε μαζί μας, ενώ ο τρίτος χάθηκε για πάντα από τα μάτια μας, κατευθυνόμενος βορείως, προς την απόκρημνη και άκρως επικίνδυνη πλευρά της Κερύνειας.
Φτάσαμε σε ασφαλέστερο σημείο, 200 μέτρα πιο πίσω. Με τη βοήθεια συντρόφων μας, οι δύο τραυματίες προωθήθηκαν για περίθαλψη. Οι τρεις που απομείναμε, είχαμε υποστεί νευρικό κλονισμό. Δεχθήκαμε την βοήθεια των υπολοίπων, αλλά για αρκετή ώρα δεν μπορούσαμε να συνέλθουμε και να μιλήσουμε.
Η μάχη κράτησε για άλλες δυο ώρες. Απλώς αμυνόμασταν με στόχο τη σωτηρία μας από τα συνεχή και καταιγιστικά πυρά του αντιπάλου. Δεν μπορέσαμε να προχωρήσουμε προς το σημείο όπου βρισκόταν το νεκρό σώμα του Διοικητή μας. Έτσι, ακολουθήσαμε κι εμείς τα τμήματα που άρχισαν εν τω μεταξύ να οπισθοχωρούν.
Όσο περνούσε ο χρόνος κι απομακρυνόμασταν, αρχίζαμε να συνειδητοποιούμε τι ακριβώς είχε συμβεί.
Ο γενναίος πολεμιστής που μας καθοδηγούσε όλο το βράδυ, ο άξιος Διοικητής, δεν ήταν μαζί μας πια.
ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΑΝΗΣ… ΑΘΑΝΑΤΟΣ
(από το βιβλίο ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΣΤΟΛΗ ΤΟΥΣ-Εκδ.ΠΕΛΑΣΓΟΣ)

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

Ανθλγός (ΠΖ) Σταύρος Μπιτσάκης


Ο ΗΡΩΑΣ εφεδρος Ανθλγός ΠΖ Σταύρος Μπιτσάκης (256 ΤΠ)


Τον Αύγουστο του 1974 οι κυπριακές Θερμοπύλες στον Καραβά και στη Λάπηθο ήσαν από πριν προδομένες. Όταν στις 2/8/74 εστάλη εκεί το 256 ΤΠ με αποστολή να τοποθετήσει σημαίες για να καταγραφεί από το ελικόπτερο του ΟΗΕ ως ελεγχόμενη από την ΕΦ περιοχή, το ΓΕΕΦ και η «κυβέρνηση» του προεδρεύοντος Γλ. Κληρίδη είχαν ήδη στα χέρια τους, από 30/7/74, τη διαταγή επιθέσεως εναντίον Καραβά και Λαπήθου, που εξέδωσε ο Διοικητής της μόλις αποβιβασθήσας ως ενισχυση – παρά την εκεχειρία - 28ης Μεραρχίας του Αττίλα, ο Υποστράτηγος Φασίλ Πολάτ. Την ανακάλυψαν στα χαρτιά μαζί με χάρτες ενός αιχμαλωτισθέντος Τούρκου Ταγματάρχη.
Ηταν ξεκάθαρο ότι τους έριξαν στο στόμα του λύκου…
6η  Αυγούστου 1974. Ημέρα Τρίτη. Και ενώ από τις 22 Ιουλίου 1974 υπήρχε συμφωνημένη περίοδος εκεχειρίας, μια από τις μεγαλύτερες μάχες της εισβολής του 1974 ξεκίνησε από νωρίς στις τέσσερις και είκοσι το πρωί. Οι Τούρκοι είχαν τον έλεγχο της περιοχής ανατολικά του Καραβά, λίγες εκατοντάδες μέτρα από το ήδη πυρπολημένο ξενοδοχείο «Ζέφυρος». Από μέρες είχαν σχεδόν κυκλώσει τις δύο κωμοπόλεις, ελέγχοντας σχεδόν όλα τα υπερκείμενα υψώματα του Πενταδάκτυλου. Τα πολεμικά πλοία των Τούρκων συμπλήρωσαν με τη σειρά τους τον ασφυκτικό κλοιό που είχε ήδη δημιουργηθεί στην περιοχή. Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πέταλο που σχημάτισαν οι δυνάμεις της 39ης  και της 28ης Μεραρχίας του Αττίλα, βρισκόντουσαν από την Παρασκευή 2 Αυγούστου στην περιοχή Καραβά, ο 2ος  Λόχος του 256 Τάγματος Πεζικού με επικεφαλής τον εφ.Ανθυπολοχαγό Σταύρο Μπιτσάκη από τα Χανιά της Κρήτης και στην περιοχή Λαπήθου ο 1ος Λόχος με επικεφαλής τον Υπολοχαγό Λουκά Καράλη. Πενήντα τρία άτομα ο ένας λόχος και πενήντα έξι ο άλλος. Μαζί τους τέσσερα θωρακισμένα παλιά Μάρμον Χάρικτον με τον Ανθυπίλαρχο Χόπλαρο της 21 ΕΑΝ και ένα Λαντ Ρόβερ με το μοναδικό ΠΑΟ 106  χιλιοστών. Δυτικά στη γραμμή Βασίλειας - Βαβυλά ο 3ος Λόχος με το Λοχαγό Ευτύχιο Σαλάτα και ο ισχνός λόχος βαρέων όπλων με τον Ανθυπολοχαγό Γιώργο Χατζηνικολάου από την Κατωκοπιά. Μαζί τους και μια διμοιρία της ΕΛ.ΔΥ.Κ.
Επίσης στην περιοχή βρισκόντουσαν μερικοί άνδρες της 190ης  Μοίρας Πυροβολικού που στρατοπέδευε στον Καραβά, καθώς επίσης και οι άνδρες του 70 Τάγματος Μηχανικού που τοποθετούσαν ναρκοπέδια στην περιοχή.
Στο στόμα του λύκου βρέθηκαν τελικά οι πενιχρές δυνάμεις των δύο λόχων. Γύρω στα εκατό παλικάρια με τον αρχαίο οπλισμό των μαρτινιών, των Στεν, και των Μπρεν, κράτησαν στα ανατολικά και στα νότια κράσπεδα του Καραβά και της Λαπήθου την πρώτη επίθεση
Για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος του αγώνα και της θυσίας αυτών των ανδρών θα πρέπει κάποιος να διαβάσει το χρονικό αυτών των Μαχών όπως το διηγείται ο Καταδρομέας Μαρκίδης, στην Εφημ. ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ 25 χρόνια μετά:
«Το ξημέρωμα της 6ης Αυγούστου, μαζί με 5-6 ακόμα στρατιώτες, ήμουν στην ταράτσα του Φοντάνα Αμορόζα, ανατολικά του Καραβά και δεξιά του κύριου δρόμου που οδηγούσε προς την Κερύνια. Βρισκόμασταν εκεί για να ελέγχουμε την περιοχή και τις κινήσεις των Τούρκων, αλλά και για να δείχνουμε στους αξιωματικούς Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένων Εθνών, οι οποίοι πετούσαν με ελικόπτερο πάνω από την περιοχή για να σχεδιάσουν σε χάρτη τις περιοχές που κατείχε η κάθε πλευρά των εμπολέμων, ότι τα χωριά Λάπηθου και Καραβάς ήσαν υπό Ελληνική και όχι τουρκική κατοχή - όπως ισχυριζόταν ο Τούρκος συνταγματάρχης Νιαζί Τσακάρ, ο οποίος μετείχε στο έργο της χάραξης των γραμμών.
Για το έργο των χαρτογραφήσεων κατά την διάσκεψη της Γενεύης - μετά την "εκεχειρία" της 22ας Ιουλίου 1974 - δίνονται ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες από έγγραφο του Ντίμη Δημητρίου, με ημερομηνία 4.8.74 και το οποίο γράφτηκε μετά από ενημέρωσή του από το συνταγματάρχη Τσολάκη. Αναφέρεται συγκεκριμένα: "Σχετικώς με Καραβά, Λάπηθο και Σύσκληπον γίνεται μεγάλη συζήτηση. Οι Τούρκοι διατείνονται ότι κατείχαν αυτά τα χωριά την 30ήν Ιουλίου και ώρα 22.00, ενώ εμείς παρουσιάσαμεν αποδείξεις ότι αυτά τα χωριά δεν κατείχοντο υπό των Τούρκων.
Μερικές από τας αποδείξεις ήσαν συνομιλίαι ημών μετά των Ειρηνευτών, σχετικώς με τα ως άνω χωρία. Οι Τούρκοι λέγουν ότι ίσως μερικάς φοράς να υποχωρούσαν από τα θέσεις των, όμως αυτάς τας κινήσεις τας θεωρούν εκκαθαριστικάς. Εις την πραγματικότητα όμως, ως διατείνονται, κατείχαν τας ως άνω περιοχάς και δεν είναι διατεθειμένοι ποσώς να υποχωρήσουν εξ αυτών".
Στην πραγματικότητα - όπως την έζησα ο ίδιος προσωπικά - τα χωριά αυτά ήσαν στα χέρια των Τούρκων μέχρι τις 28-29 Ιουλίου, όταν ο 2ος Λόχος του 256 ΤΠ με επικεφαλής τον ήρωα ανθυπολοχαγό Σταύρο Μπιτσάκη, πέρασε από τη Λάπηθο και μπήκε στον Καραβά. Σε κάποιο σπίτι, θυμάμαι, ήσαν κρυμμένοι 4-6 άνδρες και όταν σιγουρεύτηκαν πως είμαστε Έλληνες στρατιώτες βγήκαν από τις κρυψώνες τους και - θυμάμαι πολύ καθαρά - κλαίοντας με αναφιλητά έπεσαν στα γόνατα και φιλούσαν τα πόδια μας! Το τι ακριβώς τους είχε συμβεί και το πως ένιωθαν θα πρέπει, νομίζω, να το εξιστορήσουν κάποτε οι ίδιοι.
Οι Τούρκοι, που ήσαν εκεί διατηρώντας υπό την κατοχή τους τα χωριά αυτά, έφυγαν τόσο βιαστικά που παράτησαν πυρομαχικά, κονσέρβες και άλλα προσωπικά τους αντικείμενα.
Οι ίδιοι κωλυσιεργούσαν σκόπιμα, για να μην δεσμευτούν με τη χάραξη γραμμών εκεχειρίας και έτσι τη μια μέρα ισχυρίζονταν ότι τα Ηνωμένα Έθνη είναι αναρμόδια να υποδείξουν τις θέσεις των αντιπάλων, την άλλη αρνιόντουσαν, χωρίς επιχειρήματα, να συζητήσουν γι' αυτή ή εκείνη την περιοχή και την επομένη δεν ήθελαν να πετάξουν με το ελικόπτερο για την από αέρος παρατήρηση και καταγραφή των θέσεων της κάθε παράταξης, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Γενεύης.
Συγχρόνως, το τουρκικό στρατιωτικό επιτελείο με διαταγή του υποστράτηγου Φαζί Πολάτ (30.7.74) προς τις διοικήσεις του 61ου συντάγματος πεζικού, του τάγματος αρμάτων, της ταξιαρχίας κομάντος, του αμφίβιου συντάγματος, των μονάδων πυροβολικού και αυτοκινούμενων πυροβόλων και προς τη ναυτική διοίκηση, ετοιμαζόταν για άλλη μια φορά να αιφνιδιάσει παραβιάζοντας την "εκεχειρία" και να διώξει τις ελληνικές δυνάμεις από τις αμφισβητούμενες περιοχές.
Το πρωί, λοιπόν, της 6ης Αυγούστου, από το βουνό που βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Ελιά και Καραβάς ρίφθηκαν συνθηματικές φωτοβολίδες και αμέσως άλλες φωτοβολίδες με τα ίδια χρώματα από τον Άγιο Γεώργιο και τη θάλασσα και στη συνέχεια... άνοιξαν οι πύλες της κόλασης.
Οι Τούρκοι ξετύλιγαν ένα πολύ καλά οργανωμένο σχέδιο που με 14 περίπου χιλιάδες στρατό, καταδρομείς, 50 άρματα μάχης, πυροβολικό και τη βοήθεια σκαφών του ναυτικού ξεκινούσαν από τις τρεις πλευρές επίθεση ενάντια σε 50-60 άνδρες του 256 τάγματος πεζικού που με λιανοτούφεκα και λίγες χειροβομβίδες, 2-3 Μπρεν και τη... ψυχή τους, βρέθηκαν εκεί για να... σχηματίσουν μέτωπο και να κρατήσουν ελληνικά τα χωριά Λάπηθος και Καραβάς.
Και το τραγικότερο είναι που το ΡΙΚ (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου) όλες αυτές τις μέρες - μέχρι και την 5η Αυγούστου που το άκουα - έλεγε ότι "τα χωριά Λάπηθος και Καραβάς είναι υπό τουρκική κατοχή" και καλούσε τους κατοίκους της περιοχής ν' αποφύγουν να προσεγγίσουν την περιοχή και τα σπίτια τους!
Μετά το πρώτο ξάφνιασμα από την επίθεση, προσπαθήσαμε να οργανωθούμε και αρχίσαμε να ανταποδίδουμε τα πυρά.
Κύρια έγνοια μας ήταν, να έρθουμε σε επαφή με το διοικητή του λόχου Σταύρο Μπιτσάκη, για να πάρουμε οδηγίες και να συντονιστούμε.
Οι Τούρκοι όμως, που ήξεραν ακριβώς τις θέσεις μας άρχισαν - ενώ έπεφταν ακόμα βλήματα από το πυροβολικό τους - να κινούνται προς τις οικίες, στις στέγες των οποίων είχαμε τα παρατηρητήρια - φυλάκιά μας. Ήταν μια καλή ευκαιρία για μας να τους προκαλέσουμε εύκολα απώλειες και αυτό κάναμε. Όμως, τα βλήματα από το πυροβολικό και τα τεθωρακισμένα έπεφταν τώρα δίπλα και πάνω στις στέγες των σπιτιών, στα οποία βρισκόμαστε.
Ο ανθυπολοχαγός Σταύρος Μπιτσάκης έτρεχε, πυροβολώντας με το αυτόματο "Τόμσον" που είχε, από φυλάκιο σε φυλάκιο, αγριεμένος, όρθιος και ακάλυπτος εντελώς φώναζε τους στρατιώτες με τα ονόματά τους, προσπαθούσε να μας εμψυχώσει και να μας φέρει σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο, κοντά του και κοντά στο Φοντάνα Αμορόζα, στη στέγη του οποίου έτυχε να βρίσκομαι.
Και ξαφνικά, σαν να είχα τυφλωθεί και συγχρόνως κουφάθηκα, ενώ από τη σκόνη και το καπνό πνιγόμουνα.. Εχθρικό βλήμα είχε πέσει ανάμεσά μας, πάνω στη στέγη του Φοντάνα Αμορόζα και όσοι δεν κτυπηθήκαμε κατρακυλήσαμε, κυριολεκτικά από τις σκάλες και βρεθήκαμε σ' ένα χωράφι παρα δίπλα.
Είμαστε 3-4 στρατιώτες και ξαφνικά στην άκρη του χωραφιού βλέπουμε 30-40 άλλους να μας πλησιάζουν... Προσπάθησα να τους μιλήσω και να τους πω να καλυφθούν, γιατί οι Τούρκοι πλησιάζουν από τη νοτιοανατολική πλευρά. Αυτοί όμως δεν απαντούσαν και ξαφνικά... άρχισαν να ουρλιάζουν και να μας πυροβολούν, τρέχοντας κατά πάνω μας... Ήσαν Τούρκοι!
Εκείνη τη στιγμή δε νομίζω να καταλάβαινα καλά - καλά τι έκανα. Ούρλιαζα κι εγώ, βλαστημούσα τους Τούρκους κι όλη την Τουρκία, γύριζα γύρω - γύρω και πυροβολούσα και... σε μια στιγμή βλέπω δίπλα μου το Σταύρο Μπιτσάκη, καταϊδρωμένο, μπαρουτοκαπνισμένο, να γελά, να βλαστημά και να βρίζει...
Οι Τούρκοι εξαφανίστηκαν για μια στιγμή και κοντά μας βρέθηκαν καμιά δεκαριά παιδιά του λόχου. Ο Μπιτσάκης μας είπε να προσπαθήσουμε να κρατηθούμε σ' εκείνο το χωράφι και να τον περιμένομε κι αυτός θα έκανε άλλη μια προσπάθεια να μαζέψει δικούς του στρατιώτες που, ίσως, είχαν μείνει σε κάποιες στέγες σπιτιών ή κοντά σ' αυτά, περιμένοντας βοήθεια ή άλλες διαταγές.
Η επόμενη επίθεση των Τούρκων ήταν πιο βίαιη, πιο μαζική και από το βάθος του δρόμου (από τον Αγ. Γεώργιο) φάνηκαν τα πρώτα άρματα μάχης. Δεν μπορούσαμε να μείνουμε άλλο εκεί. Ενώ συζητούσαμε για το που ακριβώς θα μπορούσαμε να καλυφθούμε καλύτερα και να περιμένουμε τον ανθυπολοχαγό, οι Τούρκοι βρέθηκαν και πάλι ανάμεσά μας και ήσαν στιγμές, πραγματικά, που στα 5-10 μέτρα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν οι σιλουέτες που έβλεπα, μέσα στους καπνούς και στη σκόνη, ήσαν σύντροφοι Έλληνες, ή μήπως επρόκειτο για Τούρκους...
Για άλλη μια φορά, λοιπόν, χάθηκα, βρέθηκα μόνος στη μέση ενός χωραφιού, και πάλι σε μια στιγμή, ακούω θόρυβο πίσω από τις λεμονιές, γυρίζω με το όπλο προτεταμένο και βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον Μπιτσάκη. Σε κείνο το σημείο, από την κάτω πλευρά του κύριου δρόμου - προς τη θάλασσα - και στα πρώτα σπίτια του Καραβά, συναντήσαμε μια μαυροφορεμένη γυναίκα, ηλικιωμένη, φοβισμένη και ανήσυχη, η οποία φαινόταν να είναι η τελευταία κάτοικος του χωριού που είχε απομείνει. Μας ζήτησε να την πάρουμε μαζί μας και της εξήγησα πως αυτό ήταν αδύνατο. Της είπα που ακριβώς ήταν οι Τούρκοι και μιας και δεν ξέραμε αν ήταν απλά μια παραβίαση εκεχειρίας, ή αν ο πόλεμος θα κρατούσε για πολύ, της είπαμε να μπει σε μια αποθήκη - γκαράζ που ήταν εκεί κοντά, να κρυφτεί ώσπου να σταματήσουν οι πυροβολισμοί κι όταν - αν γλιτώναμε - θα δίναμε αναφορά στον Ερυθρό Σταυρό ή στα Ην. Έθνη να την αναζητήσουν. Μας έδωσε την ευχή της η γιαγιά και προχώρησε για να κρυφθεί...
Κάπου εκεί βρέθηκαν άλλοι 6-8 από τους στρατιώτες του λόχου μας, μαζί κι ο ασυρματιστής κι όλοι μαζί αποφασίσαμε να κινηθούμε συντονισμένα, όπου συναντήσουμε Τούρκους να τους κτυπήσουμε και να επιχειρήσουμε να μαζέψουμε όλο το λόχο. Πολύ γρήγορα, όμως διαπιστώσαμε ότι αυτό ήταν πιο αδύνατο. Σε ένα σημείο, στα δυτικά του χωριού Καραβάς, έδωσε διαταγή ο ανθυπολοχαγός Μπιτσάκης, να οχυρωθούμε πίσω από ένα τοίχο και με μέτωπο προς τον Καραβά - Αγ. Γεώργιο να κρατήσουμε άμυνα, για όσο αντέξουμε (μέχρι να μας σωθούν τα πυρομαχικά ή να σκοτωθούμε).
Δεν είχε περάσει ούτε μισή ώρα και άρχισαν να μας κτυπούν με βλήματα πυροβολικού - όλμων και αμέσως μετά πυροβολισμοί από Τούρκους που βρέθηκαν να έχουν προχωρήσει πίσω από μας προς τη Λάπηθο. Καταλάβαμε τότε, βλέποντας και τα σκάφη του τουρκικού στόλου να προχωρούν στη θάλασσα ακόμα και δυτικότερα της Λαπήθου, ότι η περιοχή είχε γεμίσει από εχθρικές δυνάμεις, ότι δεν υπήρχε πια "μέτωπο" για να κρατήσουμε κι ότι αυτό που μας απέμενε ήταν να μείνουμε κρυμμένοι κάνοντας αντάρτικο ή να οπισθοχωρήσουμε αναζητώντας την έδρα του τάγματος, για ανασυγκρότηση και νέες διαταγές. Εν τω μεταξύ, ο ασυρματιστής, νομίζω τραυματίστηκε ή κάτι άλλο συνέβη στον ασύρματο - έτσι κι αλλιώς μας ήταν άχρηστος γιατί ούτε κάλυψη είχαμε όταν τη ζητήσαμε, ούτε ενισχύσεις μας στείλανε - και αποφασίσαμε να καταστρέψουμε και να θάψουμε τον ασύρματο. Στο δρόμο προς την έδρα του τάγματος, που υπολογίζαμε να βρούμε δυτικά της Λαπήθου, κοντά στον κύριο δρόμο, εμπλακήκαμε ξανά σε μάχη και στη σύγχυση που επακολούθησε "χάσαμε" τον ανθυπολοχαγό. Οι ελάχιστοι πια στρατιώτες που ήσαν μαζί μας, 4-5, αποφάσισαν να κατευθυνθούν προς τη Λάπηθο, προχωρώντας, ανάμεσα στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο και τη θάλασσα, προς τα δυτικά. Εγώ δεν τους ακολούθησα επιμένοντας να ψάχνω για τον ανθυπολοχαγό. Πέρασα πάνω από τον κύριο δρόμο, προς την πλευρά του Πενταδάκτυλου και στράφηκα προς τον Καραβά, ξανά.
Σε κάποια στιγμή είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου και μέχρι τώρα δεν ξέρω αν ήταν πρωί ή μεσημέρι ή μετά το μεσημέρι, άκουσα θόρυβο μηχανής αυτοκινήτου και πλησιάζοντας στο δρόμο είδα ένα φορτηγό της Ε.Φ. συνοδευόμενο από ένα λαντρόβερ με ένα αντιαρματικό ΠΑΟ-106, να προχωρεί προς... το στόμα του λύκου. Οι Τούρκοι ήσαν παντού και τα τουρκικά άρματα μάχης προχωρούσαν ήδη προς τη Λάπηθο, έχοντας περάσει τον Καραβά.
Με κάποιες προφυλάξεις τους πλησίασα και αφού σιγουρευτήκαμε ο ένας για τον άλλο, μιλήσαμε κι έμαθα πως ήσαν στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ που ήρθαν εκεί για να βρουν τον Μπιτσάκη "ζωντανό ή νεκρό", όπως είπαν και να τον συνοδεύσουν προς την έδρα του τάγματος. Αφού τους εξήγησα κι εγώ τι είχε συμβεί, σκορπίσαμε και συνεχίσαμε μαζί την αναζήτηση κι από τις δύο πλευρές του δρόμου, προχωρώντας πάντα προς τον Καραβά. Και, πράγματι, μετά από αρκετή ώρα ξεπετάχτηκε μπροστά μας ο Σταύρος, γερός, από μουντζουρωμένο το πρόσωπο από τους καπνούς και το μπαρούτι, γεμάτος νεύρο κι αποφασιστικότητα, έντονα, όμως τώρα πια προβληματισμένος με τη στάση της Διοίκησης και τα όσα συνέβαιναν...
Μετά από κάποιες συνεννοήσεις μεταξύ μας, πήρε την απόφαση να μας οδηγήσει όλους μαζί στην έδρα του τάγματος. Αποφασίσαμε να αραιώσουμε να διώξουμε τα οχήματα (φορτηγό και λαντρόβερ με ΠΑΟ-105) και να προχωρήσουμε, μέσα από περιβόλια και κοντά στον αυτοκινητόδρομο προς τη Λάπηθο.
Η διαδρομή αυτή, εκτός από τα βλήματα πυροβολικού, όλμων και πολεμικών όπλων που έπεφταν κοντά μας καθ' όλη την πορεία προς τη Λάπηθο, ήταν σχετικά ομαλή που... σε μια στιγμή, ενώ προχωρούσαμε με το Σταύρο Μπιτσάκη μπροστά, είδα πίσω στρατιώτες σε απόσταση περίπου 200 μέτρων και από την πάνω πλευρά του δρόμου προς τον Πενταδάκτυλο. Ήμασταν σίγουροι πως βρήκαμε επιτέλους την έδρα του τάγματος και ξαλαφρωμένοι κάπως, ανεβήκαμε κοντά στον αυτοκινητόδρομο και αρχίσαμε φωνάζουμε προς τους στρατιώτες, λέγοντας τους ποιοί είμαστε. Είχαμε πλησιάσει περίπου στα 50-60 μέτρα, όταν για μια στιγμή άρχισα να υποψιάζομαι... Άκουα τις φωνές τους αλλά δεν ξεχώριζα ή μάλλον δεν καταλάβαινα τι έλεγαν κι εξακολουθούσαν να έχουν μάλιστα προτεταμένα τα όπλα τους ξαφνικά κατάλαβα. Δεν ήσαν δικοί μας, αλλά Τούρκοι. Δεν πρόλαβα να το πως στο Σταύρο και οι Τούρκοι άρχισαν να βάλλουν με καταιγιστικά πυρά εναντίον μας. Οι πύλες της κόλασης άνοιξαν ξανά!
Ακούω, ακόμα στ' αυτιά μου τα λόγια του Σταύρου: "Απάνω τους λεβέντες. Απάνω τους και τους φάγαμε".
Ο Σταύρος, εγώ κι ένας από τους στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ περνάμε τρέχοντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, προχωρούμε προς το μέρος των Τούρκων, και πέφτουμε με τα μούτρα κάτω, στο πρώτο ανάχωμα που συναντούμε. Ανταποδίδουμε τα πυρά και προσπαθούμε να εκτιμήσουμε την κατάσταση. Και η κατάσταση, για άλλη μια φορά είναι τραγική για μας.
Οι υπόλοιποι στρατιώτες μένοντας κάτω από τον κύριο δρόμο, δεν είχαν που να καλυφθούν και οπισθοχώρησαν προς τα βράχια της θάλασσας. Μείναμε εμείς οι τρεις απέναντι σε 300-500 δεν ξέρω, στρατιώτες. Αργότερα διαπιστώσαμε ότι αυτοί θα πρέπει να ήσαν οι αμφίβιες δυνάμεις καταδρομών που βγήκαν από τη θάλασσα για να μας αποκόψουν το δρόμο προς την έδρα του τάγματος.Ο Σταύρος Μπιτσάκης δεν ήθελε να το πιστέψει μ' αγριεμένο βλέμμα κοιτούσε ολόγυρα, φώναζε τον αρχιλοχία της ΕΛΔΥΚ ζητώντας ανταπόκριση και κάλυψη... Μάταια δεν υπήρχε σωτηρία... Και ξαφνικά, το πήρε απόφαση. "Εδώ θα μείνουμε", βροντοφώναξε.
Είχα πάψει εγώ, εδώ και πολλή ώρα να σκέφτομαι τον εαυτό μου, τους δικούς μου την όλη κατάσταση. Καθόμουνα και θαύμαζα αυτό το παλικάρι. Ήξερε πως, σχεδόν όλοι τον ταύτιζαν με τη Χούντα και τους φασίστες - προδότες που συνειδητά δούλευαν κάτω από τις εντολές των Αμερικανών και Εγγλέζων. Ένιωθε πικραμένος και προδομένος κι όμως πάντα περήφανος, Έλληνας και Κρητικός ένιωθε το ΧΡΕΟΣ. Ήξερε πως οι αγώνες και η θυσία του θα πήγαιναν χαμένα αλλά ήταν φιλότιμος, ήταν γενναίος, ήταν ο απόγονος των Κρητών και Ελλήνων που για χιλιάδες τόσα χρόνια πολεμούσαν για να κρατήσουν ελεύθερα κι ελληνικά τούτα τα χώματα. Ένιωθε την Κύπρο, όπως την Κρήτη, όπως την Ελλάδα.
... Ένας ξηρός, μεταλλικός ήχος και το κεφάλι του, που μόλις ανασήκωσε για να δει τον οχτρό και να τ' αδειάσει άλλη μια γεμιστήρα σφαίρες έγειρε κι ακούμπησε στο χώμα. Το άλικο, ελληνικό του αίμα ζυμώθηκε με το ελληνικό χώμα της Λαπήθου, της Κύπρου. Το γενναίο του πνεύμα, η ψυχή του, θα περιπλανιέται ακόμα εκεί, ανάμεσα στις λεμονιές, τις πορτοκαλιές και τις ελιές του Καραβά και της Λαπήθου και θα μας περιμένει να τον αναζητήσουμε, να βρούμε και να θάψουμε το λείψανο, τα κόκαλά του, που έμειναν για πάντα εκεί.
Την 6η Αυγούστου οι Τούρκοι υπερδιπλασίασαν το προγεφύρωμά τους και από κει - με τη δική μας ανοχή - προχώρησαν μετά μια βδομάδα που πήραν τη μισή Κύπρο. Την 6η Αυγούστου 1974 χάθηκε ο πόλεμος, χάθηκε η Κύπρος!
ΕΤΣΙ ΧΑΘΗΚΕ Ο ΗΡΩΑΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ (ΠΖ) ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΠΙΤΑΚΗΣ. Λόγω του ότι η σορός του δεν αποδόθηκε ποτέ στην ΕΦ και από εκεί στους οικείους του για την ταφή, είναι ακόμα στην λίστα των Αγνοηθέντων-Αγνοουμένω!
ΑΘΑΝΑΤΟΣ…

(από το βιβλίο ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΣΤΟΛΗ ΤΟΥΣ - Εκδ. ΠΕΛΑΣΓΟΣ)

Ανχης (ΠΒ) Στυλιανός Καλμπουρτζής - Κύπρος 1974

Ανχης (ΠΒ) Στυλιανός Καλμπουρτζής

Ο Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Καλμπουρτζής Στυλιανός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την 31η Ιανουαρίου 1921 από γονείς καταγόμενους από την Ανατολική Θράκη.
Την 17η Οκτωβρίου 1945, σε ηλικία 24 ετών,  κατατάγηκε στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις για τριετή εθελοντική υπηρεσία.
Την 1η Ιανουαρίου 1947 προήχθηκε στο βαθμό του Λοχία και την 28η Αυγούστου 1947 προήχθηκε επανδραγαθία στο βαθμό του Επιλοχία και του απονεμήθηκε το Πολεμικό Μετάλλιο Ανδρείας.
Την 1η Μαρτίου 1949 εισήχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε την 17η Αυγούστου 1950 και κατατάγηκε στο Πεζικό. Την 28η Αυγούστου 1950 ορκίστηκε Ανθυπολοχαγός και την 18η Αυγούστου 1952 προήχθηκε στο βαθμό του Υπολοχαγού.
Τον Ιούλιο του 1955 παντρεύτηκε την Βαία Γεωργίου Τσαούση με την οποία απέκτησε δύο θυγατέρες.
Την 1η Δεκεμβρίου 1958 μετατάχθηκε στο Πυροβολικό και την 28η Απριλίου 1959 προήχθηκε στο βαθμό του Λοχαγού. Την 18η Αυγούστου 1963 προήχθηκε κατ’ εκλογή στο βαθμό του Ταγματάρχη. Την 18η Αυγούστου 1966 προήχθηκε κατ’ εκλογή στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.
Η σύζυγος του Βαία απεβίωσε στην Αθήνα την 7η Αυγούστου 1970. Την 5η Δεκεμβρίου 1971 παντρεύτηκε στο Πειραιά την Ελπίδα Γιαννιτσοπούλου.
Τον Αύγουστο του 1973 μετατέθηκε στη Κύπρο και ανέλαβε Διοικητής της 181 ΜΠΠ η οποία είχε την έδρα της στο χωρίο Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου. Τον Ιούλιο του 1974 η 181 Μ.Π.Π. έδρευε στο στρατόπεδο Ιωάννη Στυλιανού στο χωριό Τρίκωμο της επαρχίας Αμμοχώστου. Η Μοίρα διέθετε 12 πυροβόλα των 25 λιβρών Αγγλικής προελεύσεως ενταγμένα σε τρεις πυροβολαρχίες των τεσσάρων πυροβόλων η κάθε μια.
Την 20η Ιουλίου 1974, με την εκδήλωση της Τουρκικής Εισβολής, η Μοίρα, εκτός της Γ’ Πυροβολαρχίας του Υπλγού Κούκουρα, είχε κινηθεί από το στρατόπεδο της στο Τρίκωμο και μέσω του νέου δρόμου Λευκωσίας – Αμμοχώστου και είχε αναπτυχθεί στον χώρο τάξεως της στη περιοχή Ασιεντρούσα της διάβασης Μπέλλα Παϊς, 2,5 χλμ περίπου βορειοδυτικά του χωριού  Συγχαρί στον Ανατολικό Πενταδάκτυλο. Η Γ’ Πυροβολαρχία της Μοίρας είχε παραμείνει στη περιοχή παρά το χωριό Στύλλοι της Αμμοχώστου και ανέλαβε αποστολή άμεσης υποστήριξης της Ι ΑΤΔ, Κατά τη πρώτη φάση της Τουρκικής Εισβολής είχε εκτελέσει βολές κατά του Τουρκικού Τομέα της πόλεως της Αμμοχώστου από τη περιοχή του χωριού Στύλλοι. Κατά τη διαδρομή της προς το χώρο τάξεως της, έξω από το χωριό Συγχαρί, η Μοίρα αποτέλεσε στόχο της Τουρκικής Αεροπορίας με αποτέλεσμα να έχει τούς δύο πρώτους νεκρούς της, τον Γιαννή Στυλλή από το Τρίκωμο γιο του ήρωα της Ε.Ο.Κ.Α. Γιαννή Στυλλή από τον οποίο πήρε το όνομα και το στρατόπεδο της, και τον Τάσο Αναστασίου.
Στη περιοχή τάξης της η Μοίρα είχε θέσει υπό διοίκηση της την 191 ΠΟΠ που έδρευε τότε στη περιοχή Προφήτη Ηλία και διέθετε ορειβατικά πυροβόλα 75 χιλιοστών και αποτέλεσαν μαζί ομάδα Μοίρας. Ο τομέας ευθύνης της ομάδας Μοίρα εκτεινόταν από τη περιοχή του Τ/Κ χωριού Αγύρτα νοτιοδυτικά μέχρι το Τ/Κ χωριό Τέμπλος βορειοδυτικά. Από το χώρο τάξεως της η Μοίρα υποστήριζε με τα πυρά της τις ηρωικές προσπάθειες της 32 Μοίρας Καταδρομών και του 399 Τάγματος Πεζικού στις περιοχές Άσπρη Μούττης, Αγύρτας, Αγίου Ιλαρίωνα, και Δυτικής Αλωνάγρας καθώς και τον αγώνα του 3ου Τ.Σ.  εναντίον του προγεφυρώματος και του θύλακα Κιόνελι-Αγύρτας. Η Μοίρα επίσης εκτελούσε αποστολή άμεσης υποστήριξης του 361 Τ.Π. στη περιοχή του Ανατολικού Πενταδακτύλου και με τις ακριβείς βολές της, δημιούργησε προϋποθέσεις επιτυχημένων ενεργειών για το Τάγμα καθώς και για τις άλλες  υποστηριζόμενες Μονάδες κατά τη πρώτη ημέρα των επιχειρήσεων. Από υπάρχουσες μαρτυρίες τα πυρά της Μοίρας προκάλεσαν εξοντωτικές καταστροφές και κόλαση πυρός στις γραμμές των Τουρκικών Δυνάμεων στη περιοχή.
Με τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στις 16.00 της 22/07/74, η Μοίρα παρέμεινε ταγμένη στη περιοχή Ασιεντρούσα στη διάβαση του Πέλλα-Παΐς. Μετά τη κατάπαυση του πυρός, οι Τουρκικές δυνάμεις συνέχιζαν να ενεργούν επιθετικά σε όλα τα μέτωπα στο προγεφύρωμα που είχαν δημιουργήσει και κυρίως στον ανατολικό Πενταδάκτυλο, όπου αμυνόταν η 32 Μ.Κ. και το 399 Τ.Π. με αποτέλεσμα οι μονάδες αυτές να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να μετακινηθούν ανατολικότερα. Αμέσως μετά την απαγκίστρωση των τμημάτων της Εθνικής Φρουράς από τη περιοχή, Τουρκικό τάγμα πεζικού και τμήματα Τ/Κ καταδρομέων κατέλαβαν το ύψωμα Αλωνάγρα και είχαν βρεθεί σε οπτική επαφή με τις θέσεις τάξεως της Μοίρας και απειλούσαν με αποκοπή το δρομολόγιο Συγχαρί – Πέλλα Παϊς κοντά στη διασταύρωση με το δρομολόγιο προς Κάτω Δίκωμο. Αργά το απόγεύμα οι Αξιωματικοί της 181 Μ.Π.Π. διαπίστωσαν ότι η Μοίρα παρέμεινε πλήρως ακάλυπτη απέναντι στα Τούρκικα τμήματα που κινούνταν στη περιοχή. Τότε αποφασίστηκε η αποστολή σήματος στο Γ.Ε.Ε.Φ. με το οποίο η Μοίρα ζητούσε έγκριση για να εγκαταλείψει άμεσα την προωθημένη και ακάλυπτη θέση της.
Με τη λήψη του σήματος το Γ.Ε.Ε.Φ. έστειλε στη περιοχή το πρωί της 23/7/1974 τον Διοικητή Πυροβολικού Γ.Ε.Ε.Φ. Συνταγματάρχη Πούλλο Γεώργιο για να ενημερωθεί για τη κατάσταση και ταυτόχρονα να δώσει διαταγές για τις ενέργειες της 181 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού.


Ο Σχης Πούλλος στη πορεία του προς τη θέση που ήταν ταγμένη η 181 Μ.Π.Π. πέρασε από το Σταθμό Διοικήσεως του 361 Τ.Π., που βρισκόταν πίσω από τη θέση της 181 Μ.Π.Π. και συνάντησε τον Διοικητή του τάγματος Αντισυνταγματάρχη (ΠΖ) Χάντζο Δημήτριο. Ο Ανχης Χάντζος αφού ενημέρωσε το Σχη Πούλλο για τη κατάσταση στη περιοχή του σύστησε να διατάξει την άμεση και χωρίς χρονοτριβή υποχώρηση της 181 Μ.Π.Π. και την τάξη της σε ασφαλέστερη θέση για να αποφευχθεί η προσβολή και καταστροφή της από τις Τούρκικες δυνάμεις. Αμέσως ο Σχης Πούλλος πήγε στις θέσεις της 181 Μ.Π.Π. και συνάντησε τον Διοικητή της Μοίρας Ανχη (ΠΒ) Καλπουρτζή Στυλιανό ο οποίος του ζήτησε να διατάξει την αναδίπλωση της Μοίρας εξηγώντας του, τους κινδύνους που εγκυμονούσε  η ακάλυπτη παρουσία της στη περιοχή.

Ο Σχης Πούλλος αρνήθηκε λέγοντας ότι  « το Πυροβολικό ουδέποτε υποχωρεί και ότι αν χρειαστεί, « οι πυροβολητές της 181 Μ.Π.Π. θα πέσετε μέχρι το τελευταίο όπως οι πυροβολητές του Κοσκινά στη Πτολεμαίδα το  1912 »  ( Ο Υπολοχαγός Κοσκινάς και οι πυροβολητές του έπεσαν όλοι επί των πυροβόλων τους στη Μάχη της Πτολεμαίδας το 1912, όταν είχαν προσβληθεί από Τούρκικο Πεζικό).
Μετά την αποχώρηση του Σχη Πούλλου και περί την 12:00 παρατηρήθηκε κίνηση Τουρκικών Δυνάμεων, τάγματος πεζικού και Τ/Κ καταδρομέων προς την διασταύρωση του δρόμου προς Συγχαρί με το δρόμο προς Κάτω Δίκωμο. Στρατιώτες της Μοίρας δέχτηκαν πυρά από μεγάλη απόσταση από τις Τούρκικες Δυνάμεις. Η κατάληψη της διασταύρωσης και του μόνου δρομολογίου διαφυγής είχε ήδη ολοκληρωθεί. Το τραγικό τέλος που θα επακολουθούσε είχε προδιαγραφεί.
Περί την 14:00 ώρα είχε εγκριθεί από το ΓΕΕΦ  και η μετακίνηση της Μοίρας σε ασφαλέστερη περιοχή. Ήταν ήδη πολύ αργά. Η διαφυγή της Μοίρας προς Συγχαρί ήταν πλέον αδύνατη. Ο Διοικητής της Μοίρας μετά από πίεση των αξιωματικών της Μοίρας καθώς και της 191 Π.Ο.Π. ( Πυροβολαρχία Ορεινού Πυροβολικού) που δρούσε υπό τη Διοίκηση της 181 Μ.Π.Π. και έγκριση από τη Διοίκηση Πυροβολικού ΓΕΕΦ, αποφάσισε να μετακινήσει τη Μοίρα ανατολικότερα και σε πιο ασφαλισμένη θέση. Το δρομολόγιο όμως που είχε επιλεγεί μετά από συμβουλή καταδρομέων της 32 Μ.Κ. που γνώριζαν τη περιοχή αποδείχτηκε μετά από αναγνώριση που εκτέλεσε ο Διοικητής της Μοίρας, αδιέξοδο για το μεγάλο όγκο της φάλαγγας που αποτελούσε τη Μοίρα. Τότε αποφασίστηκε και εγκρίθηκε από τη Διοίκηση Πυροβολικού η κίνηση της Μοίρας προς Συγχαρί.
Με την προσέγγιση της φάλαγγας στη διασταύρωση του δρόμου προς Κάτω Δίκωμο και Συγχαρί, η Μοίρα προσβλήθηκε από τα Τούρκικα τμήματα που είχαν στο μεταξύ οργανώσει ενέδρα βάλλοντας προς τη Μοίρα με πυκνά πυρά πεζικού και κυρίως με βλήματα όλμων και βαριά πολυβόλα με αποτέλεσμα η Μοίρα να ακινητοποιηθεί και να καταστραφεί και μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και στρατιωτών να σφαγιαστούν.
Μετά τη προσβολή της Μοίρας ακολούθησε σκληρή και άνιση μάχη εκ του συστάδην  πρωτοφανής σε αγριότητα για δύο περίπου ώρες με τους πυροβολητές της 181 Μ.Π.Π. και της 191 Π.Ο.Π. να αρνούνται να εγκαταλείψουν τα πυροβόλα τους και να πέφτουν νεκροί πάνω σε αυτά.
Μαρτυρίες αναφέρουν την υπεράνθρωπη προσπάθεια που κατέβαλε τις κρίσιμες εκείνες ώρες ο ήρωας Διοικητής της Μοίρα Αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής Στυλιανός εκθέτοντας τον εαυτό του σε θανάσιμο κίνδυνο βάλλοντας μόνος από προωθημένη θέση  για να καλύψει την ασφαλή αποχώρηση των ¨παιδιών ¨ του όπως αποκαλούσε τους στρατιώτες του.
Στην Ελληνική Ιστορία δεν υπάρχει παρόμοιο παράδειγμα αυτοθυσίας όπου πυροβολητές, να δίνουν μάχη εναντίον τάγματος πεζικού και ειδικών δυνάμεων, να μην εγκαταλείπουν τα πυροβόλα τους και να προτιμούν να πεθάνουν πάνω σε αυτά, εκτός από τη περίπτωση της πυροβολαρχίας του Υπολοχαγού Κοσκινά στη μάχη της Πτολεμαιδας το 1912.



Η πορεία της Μοίρας από το Στρατόπεδό της στο Τρίκωμο μέχρι το Συχαρί

Σχεδόν 41 χρόνια μετά, ήλθαν στην Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους από το Γενετικό Εργαστήριο BODE των ΗΠΑ τα θετικά αποτελέσματα ταυτοποίησης DNA οστών του. Ο εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής πλευράς στην ΔΕΑ, Νέστορας Νέστορος, σύμφωνα με πληροφορίες του ΑΠΕ- ΜΠΕ, ειδοποίησε τηλεφωνικώς στην Αθήνα την κόρη του, Μαρία Καλμπουρτζή, η οποία τα τελευταία χρόνια είναι πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων. Η κ. Καλμπουρτζή ενημερώθηκε διεξοδικά, την περασμένη Παρασκευή στην Λευκωσία από τον κ. Νέστορος και άλλους αρμοδίους της ΔΕΑ για την ταυτοποίηση τον οστών, που ανήκουν στον πατέρα της.

Τα οστά είχαν βρεθεί περίπου πριν από τέσσερα χρόνια σε χώρο ταφής στην περιοχή της μάχης στην διάβαση Πέλλα Πάϊς - Συγχαρί, στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, στο πλαίσιο εκταφών της ΔΕΑ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του ΑΠΕ-ΜΠΕ στον συγκεκριμένο χώρο βρέθηκαν 22 με 25 οστά, διότι -κατά τους αρχαιολόγους της ΔΕΑ- η ταφή ήταν επιφανειακή και πολλά οστά μπορεί να παρασύρθηκαν στην πάροδο του χρόνου από βροχές και από εκσκαφείς, όταν στην περιοχή δημιουργήθηκε πευκοδάσος. Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι στο συγκεκριμένο σημείο τάφηκε ακόμη ένα άτομο, πιθανόν Ελληνοκύπριος έφεδρος αξιωματικός. Δείγματα από τα οστά δόθηκαν τον Φεβρουάριο στο Γενετικό Εργαστήριο BODE των ΗΠΑ, από όπου στάληκαν αποτελέσματα για οκτώ από αυτά. Και τα οκτώ ταυτίστηκαν με τα γενετικά «προφίλ» των συγγενών του Στυλιανού Καλμπουρτζή. Σημειώνεται ότι υπάρχει (γενετική) ταύτιση, όταν ο συσχετισμός μεταξύ του οστού και του δείγματος αίματος (από τους συγγενείς) ισούται ή ξεπεράσει το όριο του 99.95%. Τα οκτώ οστά του Στυλιανού Καλμπουρτζή, που ταυτοποιήθηκαν, είναι οι δύο παλάμες με τα δάκτυλα, καθώς και οστά από την κνήμη, τον μηρό, το στέρνο και την σπονδυλική στήλη. Για την ταύτιση των υπολοίπων οστών η διαδικασία συνεχίζονται οι αναλύσεις στο Γενετικό Εργαστήριο BODE. Στην διάβαση Πέλλα Πάϊς - Συγχαρί έχουν βρεθεί ακόμη τρεις ομαδικοί τάφοι. Στον μεγαλύτερο ήταν θαμμένα είκοσι άτομα. Από αυτά έχουν ταυτοποιηθεί τα οστά 15, εκ των οποίων οι εννέα ήταν στρατιώτες της 181 ΜΠΠ.
Ο Στυλιανός Καλμπουρτζής, μετά από τριήμερη άνιση μάχη με καταδρομείς του Τουρκικού στρατού, έπεσε ηρωϊκά μαζί με 37 άνδρες του, στην διάβαση Πέλλα Πάϊς - Συγχαρί, στην οροσειρά του Πενταδακτύλου. Αυτή είναι πλέον η επίσημη καταχώρηση του τέλους αυτής της Μ.Π.Π. . Μαρτυρίες αναφέρουν την υπεράνθρωπη προσπάθεια, που κατέβαλε τις κρίσιμες ώρες της τελικής μάχης ο αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής, εκθέτοντας τον εαυτό του σε θανάσιμο κίνδυνο βάλλοντας μόνος από προωθημένη θέση για να καλύψει την ασφαλή αποχώρηση των στρατιωτών του. Η τύχη του Καλμπουρτζή αγνοείτο από τις 23 Ιουλίου 1974. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ένας Τουρκοκύπριος παρέδωσε στην ΔΕΑ το περίστροφο του και την βέρα του γάμου του.
Η Μοίρα μετρά 37 Αγνοούμενους (34 της 181 Μ.Π.Π. και 3 της 191 Π.Ο.Π.)  Ο Υποδιοικητής της μοίρας Υπλγός ΠΒ Σπυρίδων Λαλιώτης σήκωσε λευκή σημαία παράδοσης όταν πλέον αντελήφθη ότι ο αγών ήταν πλέον μάταιος και η συνεχισή του θα είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα την ολοσχερή εξολόθρευση όλων των ανδρών της. Κάποιοι βέβαια τον κατηγόρησαν για αυτήν του την ενέργεια, κρίνοντας εκ του ασφαλούς και εκ των υστέρων.
Οι Τούρκοι επέδειξαν φοβερή βαρβαρότητα, ιδίως στους τραυματίες πολλούς από τους οποίους εκτέλεσαν με τις λόγχες τους, ενώ αυτοί κείτονταν ανυπεράσπιστοι.


Ο Καλμπουρτζής  επέδειξε σπάνια χαρίσματα πίστεως στον όρκο και το καθήκον του «Ουκ καταισχύνω όπλα τα ιερά», ανδρείας, ηρωισμού, πατριωτισμού και αυτοθυσίας. Αυτοί οι Άνδρες αποτελούσαν την 181 Μ.Π.Π. και έδωσαν με τη Θυσία τους ένα λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση στις νεώτερες γενιές, για τους νέους πυροβολητές. Η Θυσία της 181 Μ.Π.Π. αποτελεί μια ακόμα χρυσή σελίδα Δόξας στην Ιστορία της Κύπρου και ένα Στίγμα Ντροπής και Ανανδρίας για το Τουρκικό Στρατό ο οποίος σε χρόνο ανακωχής, προέλασε, εγκλώβισε και εξόντωσε την 181 Μ.Π.Π.
Η Δημοσιογράφος του ΡΙΚ-1 κα Αίμιλη Μιχαήλ προχώρησε σε μια πολλή προσεκτική έρευνα για την 181 ΜΠΠ και τον Διοικητή της. Αυτή καταγράφηκε σε ένα μακράς διαρκείας βίντεο, με τίτλο «ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ» όπου πολλοί βετεράνοι της Μοίρας που επέζησαν της αιχμαλωσίας, αφηγούνται τα όσα συνέβησαν.

Στις 11 Απριλίου 2011 ο τέως  πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας απένειμε μετά θάνατον στον Στυλιανό Καλμπουρτζή τον βαθμό του αντιστράτηγου κατά τη διάρκεια της τελετής των αποκαλυπτηρίων προτομής του στην Σχολή Πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο. Στην Κύπρο το στρατόπεδο της διοίκησης Πυροβολικού της Εθνικής Φρουράς φέρει το όνομα του Στυλιανού Καλμπουρτζή και υπάρχει και σε αυτό προτομή του φιλοτεχνημένη από τον Κύπριο γλύπτη Γιώργο Μαυρογέννη.

ΑΘΑΝΑΤΟΣ κ. ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΕ !

(από το βιβλίο ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΣΤΟΛΗ ΤΟΥΣ - Εκδ.ΠΕΛΑΣΓΟΣ)