ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ

ΜΑΥΡΟΣΚΟΥΦΗΣ
XX ΤΘΜ - XXIV ΤΘΤ - ΧΧVI EMA

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΤΙΝΙ ΜΟΥ

Όσο γίνονταν βαθυστόχαστες αναλύσεις στο Facebook την παγκόσμια κατάσταση, εγώ σκεφτόμουν πιό απλοϊκά πράγματα.

Όλα ξεκίνησαν με την αναρτησή μου για τα παιγνίδια που κάναμε παιδιά. Τότε μου ήλθε στο μυαλό το πατίνι μου....

Το αυτοσχέδιο παιδικό μου πατίνι...
Πως το κατασκευάζαμε και με τι κόπο βρίσκαμε τα απαραίτητα υλικά; Εκεί ήταν και η δυσκολία.
Βασικά υλικά έπρεπε πρώτα να βεθούν οι ξύλινες τάβλες απαραίτητο υλικό για τον σκελετό του πατινιού.
Άν βρίσκαμε καμιά σανίδα φαρδιά αλλά ρετάλι, πεταμένη έξω από τα δύο ξυλουργεία της γειτονιάς, ευλαβικά την μαζεύαμε και κατευθείαν στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι για κατασκευές.
Το κυριώτερο όμως ήταν τα δύο δυσεύρετα ή μάλλον για να ακριβολογήσω πολύτιμα «ρουλεμαν» (χωρίς ρόδα δεν τσούλαγε το πατίνι). Με αυτην την αναρτηση θέλω να πω στους νεαρούς γονείς που έχουν μικρά παιδιά, γυρίζοντας σε ένα όχι και τόσο προϊστορικό παρελθόν, πως τρεις σανίδες και δύο ρουλεμάν χάριζαν τόση χαρά, χωρίς Jumbo, χωρίς παιχνιδότοπους.
Πηγαίναμε στα μηχανουρφεία στην ψαρόσκαλα και ζητούσαμε από τους μηχανουργούς αν είχαν παλιά ρουλεμαν που αντικατεστησαν κάπουσε ένα μηχάνημα όταν του έκαναν επισκευή. Τυχερός αυτός που εύρισκε ρουλεμάν να μην του λείπει μπίλλια και ακόμα πιο τυχερός αυτός που τα εύρισκε και τα δύο που χρειαζόταν σε ίδιο μέγεθος.
Αγγαρεύαμε τους πάντες πατεράδες, αδέλφια και φίλους τους μεγαλύτερης ηλικίας, να βοηθήσουν στην κατασκευή σαν περισσότερο γνωρίζοντες.
Το αποτέλεσμα ένα δίτροχο ή τρίτροχο όχημα χωρίς μηχανή, χωρίς πεντάλ και χωρίς σέλα ή άλλο κάθισμα, στο οποίο ο οδηγός στέκεται όρθιος με το ένα πόδι του επάνω στο σανίδι που ενώνει τα δύο ρουλεμάν τους ενώ με το άλλο πόδι δίνει ώθηση ώστε να μετακινείται το πατίνι και τα χέρια στο τιμόνι.
Το τιμόνι κατασκευαζόταν από ένα οριζόντιο σανίδι, το οποίο επιτρέπει στην κάθετη σανίδα να γυρίζει πότε δεξιά και πότε αριστερά και πότε ίσια. Τέλος στα πατίνια μας καρφώναμε στην πίσω ρόδα και ένα είδους φρένου από χοντρό πετσι σόλας ή ένα σανιδάκι που ναι μεν ελεύθερο δεν ακούμπαγε το ρουλεμάν αλλά αν καθόσουν με το ένα πόδι σου πάνω του, γινόταν φρένο, η ασφάλεια μας δηλαδή σε κατηφορικά μέρη για να μην φάμε τα μούτρα μας.
Το οποίο φρένο ενεργοποιείται όταν το πατάει ο οδηγός με το πόδι του.
Σαν τελείωνε η κατασκευή το κάθε παιδί το διακοσμούσε με τον δικό του τρόπο την ξύλινη πρόσοψη με δεκάρες, καπάκια από αναψυχτικά ή μπυρες. αυτοκόλλητα με ποδοσφαιριστές ή και με διάφορα σχέδια που ζωγράφιζε με έντονα χρώματα.
Αγαπημένες μας πίστες , εμένα του Καταλυματία του Καζάκα του Ανεμίδη του Τσαντζαρίδη, ήταν ο μιακρύς ελαφρά κατηφορικός δρόμος της οδού Χρυσοστόμου Σμύρνης στην Ευγένεια που ξεκινούσε από το ψιλικατζίδικο του Διογένη και τέλειωνε στο 8ο Δημοτικό Σχολείο. Άλλοι αγαπημένοι χώροι για το πατίνι, οι πλακοστρωμένες πλατείες όπως η Πλατεία Ευγενείας και ασφαλτοδρομένοι δρόμοι, στις γειτονιές μας όπου γίνονταν επικοί αγώνες. Αποφεύγαμε τα μέρη που είχαν χωματένους δρόμους ή χωμάτινη επίστρωση γιατί ήταν εμπόδιο στην ταχύτητα κι όλο και κάποια πέτρα φράκαρε το ελαττωματικό σε κάθε περίπτωση ρουλεμάν του πατινιού.
Δύσκολα μπορούν να ξεχάσουν οι γείτονιες τον ντόρο που έκαναν σαν έτρεχαν ομαδικά στον κατήφορο και τα γαυγίσματα από τα τρομαγμενα σκυλιά που δεν έλεγαν να ηρεμήσουν.
ΡΕ ΤΙ ΘΥΜΗΘΗΚΑ.... ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΕΠΟΧΕΣ...
(δεν εχω καμμια φωτο μου με το πατίνι μου. Βρήκα μια στο διαδίκτυο, ενός πιτσιρικά της εποχής μου πάνω-κάτω, με ένα πατίνι περίπου σαν το δικό μου (εμένα δεν είχε κάθισμα) για να πάρετε μια ιδέα)

ΚΩΣΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Η δολοφονία, του Παπαεπιφάνη από Τουρκοκύπριους

ΚΥΠΡΟΣ 1974 
"ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΕΣ" ΤΟΥΡΚΟ"ΚΥΠΡΙΟΙ" ΒΑΣΑΝΙΣΑΝ ΑΠΑΝΘΡΩΠΑ ΚΑΙ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟΝ ΙΕΡΕΑ ΠΑΠΑΕΠΙΦΑΝΙΟΥ


O Παπαεπιφάνιος Ιωάννου (κατά κόσμον Εφραίμ) γεννήθηκε το 1919 στο χωριό Μηλικούρι, ήταν παντρεμένος με την Πρεσβυτέρα Άννα Παπαεπιφανίου και ήταν πατέρας τριών παιδιών.
Εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα. Ακολούθως υπηρέτησε την Εκκλησία ως κληρικός. Χειροτονήθηκε το 1956 και υπήρξε εφημέριος του Ιερού Ναού στην Αγκαστίνα.
Ο Παπαεπιφάνιος Ιωάννου ήταν φλογερός Αγωνιστής της ελευθερίας. Αγωνίστηκε κατά το 1955-59 και κατά τη διάρκεια της τουρκανταρσίας το 1963-64.
Λόγω της Εθνικής και Χριστιανικής του δράσης ήταν ιδιαίτερα μισητός στους Τουρκο«κύπριους» του χωριού.
Κατά την τουρκική εισβολή τον Αύγουστο του 1974, οι Έλληνες του χωριού της Αγκαστίνας οπισθοχωρούσαν για να σωθούν από τους Τουρκο«κύπριους» και έτσι και αυτός διέφυγε με την οικογένεια του στη Λεμεσο για να βρει καταφύγειο στους συγγενείς της γυναίκας του, για την οικογένεια του, ενώ ο ίδιος επέστρεψε στην Αγκαστίνα για να βρει το γιο του οποίος είχε ήδη συλληφθεί από τους Τουρκο«κύπριους» και αφού παραδόθηκε στους Τούρκους εισβολής, οδηγήθηκε στα Άδανα της Τουρκίας.
Ενώ έψαχνε για το γιο του και καθώς βοηθούσε και άλλους συγχωριανούς του να διαφύγουν από την μανία των βαρβάρων Τούρκων της Κύπρου.
Συνελήφθηκε από τους Τουρκο«κύπριους» και βασανίστηκε απάνθρωπα από αυτούς που οι προδότες της Κύπρου τολμούν να τους ονομάζουν αδελφούς τους. Συγκλονιστικές οι λεπτομέριες από τον μαρτυρικό θάνατο του αγωνιστή Ιερέα.
Συγκλονιστικές οι μαρτυρίες κατοίκων οι οποίοι άκουγαν τις φωνές του όταν οι Τούρκοι τον βασάνιζαν, τον κτυπούσαν και ξεριζώνοντας τα γένια του τραβόντας τα. Στη συνέχεια ο Παπαεπιφάνιος αναγκάστηκε από τους Τουρκο«κύπριους» να σκάψει τον τάφο του, αποκεφαλίστηκε και έτσι τέλειωσε το μαρτύριό του και πέρασε στην Αθανασία. Το Πάνθεον των Ηρώων άνοιξε τις Πύλες του για να υποδεχθεί ένα Ήρωα που έζησε ολόκληρη τη ζωή του αγωνιζόμενος υπέρ ΠΙΣΤΕΩΣ και ΠΑΤΡΙΔΟΣ.
Μαρτυρία από τουρκο«κύπριο» ο οποίος ήταν παρών στο καφενείο του χωριού της Αγκαστίνας αναφέρει ότι μετά τη στυγερή δολοφονία του Παπαεπιφάνιου, ένας Τουρκο«κύπριος» πήρε το κεφάλι του Ιερέα, το έβαλε σε ένα δίσκο και το πήρε στο καφενείο για να χλευάσει μαζί με τους υπόλοιπους τουρκο«κύπριους» αδελφούς των νεο-Νενέκων και των Απάτριδων, τη μνήμη αυτού του Μάρτυρα της Πίστης και της Πατρίδας.
Τα οστά του Ήρωα βρέθηκαν στη Μια Μηλιά και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNA.
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΑΠΟΚΑΛΟΥΝ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ  "ΑΔΕΛΦΙΑ" ΤΟΥΣ...


Κ.Δημητριάδης

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2020

ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ - Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΤΗΣ ΕΛΔΥΚ

ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ
5. Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΤΗΣ ΕΛ.ΔΥ.Κ.

του Κωνσταντίνου Δημητριάδη


Π
ολλές φορές στην πλούσια Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, πολλά ιστορικά γεγονότα διανθίζονται από αριθμούς που ουσιαστικά δεν παίζουν κανένα ρόλο στην εξέλιξή τους.
Αυτό αν το παρατηρήσει κανείς, δεν συμβαίνει πάντα. Υπάρχει ένας αριθμός που αποτελεί τον σημείο κατατεθέν, σε ότι φανερώνει αυταπάρνηση, φιλοπατρία, γενναιότητα και θυσία.
Είναι ο αριθμός 300...

Και ερχόμαστε 33 χρόνια μετά από την Μάχη του Οχυρού Ιστίμπεη, στην πολύπαθη Κύπρο μας. 

Κάπου εκεί στον χώρο μεταξύ Γερόλακκου και Αγίου Δομετίου, που βρισκόταν το μεγάλο Στρατόπεδο «Ταγματάρχη Δ.Πούλιου», το Στρατόπεδο της ΕΛ.ΔΥ.Κ., που εγκαταστάθηκε στο κυπριακό έδαφος, με βάση τις προβλέψεις των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου και μετά την ανακήρυξη του ανεξάρτητου Κυπριακού Κράτους το 1960.
Είναι ξημέρωμα της 16ης Αυγούστου 1974.
Έχει προηγηθεί η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής και πλέον βρισκόμαστε στην 3η ημέρα της δεύτερης φάσης, γνωστή ως «Αττίλας ΙΙ».
Ήδη οι τούρκοι προσπαθούν να καταλάβουν το Ελληνικό Στρατόπεδο από το πρωΐ της 14ης Αυγούστου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.


Η ενισχυμένη διλοχία των Ελδυκάριων, που αφέθηκε με διαταγή του Διοικητή Συνταγματάρχη ΠΖ Νικόλαου Νικολαΐδη να υπερασπισθεί «μέχρις εσχάτων» το Στρατόπεδο, με επικεφαλής τον «φρέσκο» Υποδιοικητή της (ανέλαβε 10/8/74) Αντισυνταγματάρχη ΠΖ Παναγιώτη Σταυρουλόπουλο, τους έχει συγκρατήσει επί 50 περίπου ώρες.
Την 16η λοιπόν, αρχίζει η σφοδρότερη μέρα των μαχών αυτού του 3ημερου αγώνα, που έμελλε να είναι και η τελευταία. Από το χάραμα έκανε την εμφάνισή της η Τουρκική αεροπορία, σφυροκοπώντας τις θέσεις των αμυνομένων μαζί με το Πυροβολικό, τους όλμους και τα όπλα ευθυτενούς τροχιάς. Τα πυρά έσκαβαν όλο τον χώρο στην γραμμή της ελληνικής αμύνης. Οι απαγορευμένες από τον ΟΗΕ βόμβες Ναπάλμ που έριχναν τα τουρκικά
F-100D έκαιγαν τα πάντα και σε μεγάλη ακτίν γύρω από το σημείο που έπεφταν.
Μετά το σφυροκόπημα, ξεκίνησε η πρωινή πρώτη επίθεση των Τούρκων σε όλο το μέτωπο της γραμμής αμύνης μας. Αυτή η επίθεση του πεζικού αποκρούστηκε, όπως και τις προηγούμενες μέρες. Όμως οι επιθέσεις των τούρκων άρχισαν να γίνονταν ανά κύματα και επέμεναν παρά τις μεγάλες τους απώλειες. Η πίεση μεγάλωνε. Προφανώς γνώριζαν ότι επρόκειτο να γίνει «κατάπαυση του πυρός» μέχρι το απόγευμα και προσπαθούσαν η έναρξή της να τους βρει κυρίαρχους του στρατοπέδου.
Γύρω στις 10:00 ξεκίνησε η δεύτερη επίθεσή τους κατά του 4ου Λόχου και του πετσοκομμένου Λόχου Διοικήσεως ενώ ταυτόχρονα καθήλωναν τον 2ο Λόχο ταυτόχρονη με προσβολή από την μεριά της ΤΟΥΡΔΥΚ και από την αεροπορία τους.

Οι Ελδυκάριοι χτυπούσαν τους επιτιθέμενους Τούρκους αλύπητα, παρόλο που όλμοι και πυρά πυροβολικού έσκαγαν με μια ταχύτατη συχνότητα ανάμεσα στα ορύγματά τους.
Κανείς δεν δείλιασε. Κανείς δεν έφυγε. Όλοι μάχονταν με πείσμα, αποφασισμένοι να υπερασπισθούν το Στρατόπεδό τους. Γιατί το στρατόπεδό τους ήταν «Ελλάδα»!
Οι Τούρκοι δεν σταματούσαν τις απανωτές επιθέσεις σε κύματα. Διαρκή σφυρίγματα των επικεφαλής των, έδιναν το σύνθημα για νέα επίθεση.
Γύρω στις 11.30 ξεκίνησε η τελευταία και μοιραία επίθεση των Τούρκων.
Τα τούρκικα άρματα προχωρούσαν και προστάτευαν το πεζικό που ακολουθούσε. Οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ τους χτυπούσαν χωρίς σταματημό.
Αλλά μπορείς να σταματήσεις τα άρματα με τυφέκια Μ1; 
Το πυροβολικό της 187 ΜΠΠ χτυπούσε ακόμα και επιβράδυνε την πορεία των αρμάτων, αλλά δεν την ανέκοπτε. Τα άρματα που έρχονταν από τον Γερόλακκο έφτασαν κοντά στις θέσεις του Λόχου Διοικήσεως, οι άνδρες του οποίου παρότι δευτερευουσών ειδικοτήτων μάχονταν με απερίγραπτη αυτοθυσία!
Τότε χάθηκε ο ΗΡΩΑΣ επικεφαλής της Διμοιρίας Μηχανικού, ο Λοχαγός από την Μάνη Σωτήρης Σταυριανάκος. Στην προσπάθειά του να ακινητοποιήσει ένα άρμα, πυροβολώντας τον οδηγό του σχεδόν εξ επαφής, όπως το είχε ξανακάνει, εντοπίστηκε από τον πυροβολητή άλλου άρματος που ήταν κοντά και βλήθηκε στο κεφάλι, πεθαίνοντας ακαριαία. Στην προσπάθεια του ο στρατιώτης Μάριος Βολακάκης να τραβήξει προς τις ελληνικές θέσεις το σώμα του άτυχου Λοχαγού, δέχεται βροχή από σφαίρες και πέφτει νεκρός.
Οι Τούρκοι λοιπόν είχαν πλησιάσει τόσο πολύ – ιδιαίτερα στο Ύψωμα Β’ – που σε κάποιες περιπτώσεις είχαν «σπάσει» τις γραμμές μας και τα άρματα περνούσαν πάνω από τα ορύγματα.
Εκεί υπήρξαν μάχες σώμα με σώμα, απερίγραπτου ηρωισμού, όπου γραφιάδες, ταχυδρομικοί, οδηγοί, μάγειροι, νοσοκόμοι, οπλουργοί, καψιμιτζήδες, τεχνίτες, μουσικοί, αποθηκάριοι, έδειξαν ότι ανεξαρτήτως ειδικότητας ο Έλληνας στρατιώτης υπερέχει παρασάγγας σε ηρωισμό από οποιονδήποτε άλλον στρατιώτη!
Όμως, στην πιο κρίσιμη στιγμή, σταμάτησαν οι βολές του πυροβολικού μας, με την ακατανόητη δικαιολογία ότι δεν είχαν άλλα βλήματα! (σ.σ. εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η 187 ΜΠΠ που υποστήριζε την ΕΛΔΥΚ είχε βλήματα, αλλά κατόπιν διαταγής της ΔΠΒ του ΓΕΕΦ, διετάχθη να αρχίσει βολές δυτικά, στον άξονα Λευκωσίας-Μόρφου). Και παρά ταύτα καμιά άλλη πυροβολαρχία ή μοίρα (πχ η 182 ΜΠΠ που βρισκόταν κοντά) δεν διατάχθηκε να συνεχίσει τα πυρά ανασχέσεως αρμάτων μπροστά από την ΕΛΔΥΚ...


Με την παύση των πυρών τα Τουρκικά άρματα πέρασαν πάνω από την γραμμή του Λόχου Διοικήσεως, καθιστώντας την κατάσταση στο Ύψωμα Β’ απελπιστική!
Εφεδρείες δεν υπήρχαν, αντιαρματικά δεν υπήρχαν, τα πυρομαχικά τελείωναν, οι άνδρες είχαν υπερβεί κατά πολύ τα όρια της αντοχής τους, οι απώλειες ήταν βαριές και αυξάνονταν λεπτό με λεπτό. Σε λίγο τα άρματα των Τούρκων θα έκλειναν σαν λαβίδα την όλη παράταξη αμύνης, εγκλωβίζοντας όλους τους μαχόμενους υπερασπιστές του Στρατοπέδου!
Ο Στρατοπεδάρχης και επικεφαλής των Δυνάμεων Αμύνης του Στρατοπέδου από το εκκλησάκι του Αγ.Γεωργίου που βρισκόταν, διαβλέποντας τον φανερό κίνδυνο αποκοπής των δύο Λόχων Τυφεκιοφόρων που ακόμα κρατούσαν τις γραμμές τους,  περί την 13:30 και κατόπιν μεγάλης ψυχολογικής του πίεσης, διέταξε «σύμπτυξιν εν ημέρα και υπό την ισχυράν πίεσιν του εχθρού.


Ήταν ταυτόχρονα η στιγμή που τα Τουρκικά άρματα πέρναγαν τα εξωτερικά συρματοπλέγματα του Στρατοπέδου και έμπαιναν από παντού μέσα σε αυτό. Άρχισε τότε μια μάχη όπου έβλεπες την απόγνωση, τον θυμό και τον ηρωισμό, να αναμιγνύονται με το πανάρχαιο αίσθημα που προσδίδει ο αγώνας επιβίωσης.
Οι Ελδυκάριοι υποχωρούσαν πολεμώντας προς την Σχολή Γρηγορίου κι από εκεί προς τα υψώματα Κολοκασσίδη, αλλά και προς την Μακεδονίτισσα, υπό την μερική κάλυψη του 212  ΤΠ. Τότε ήταν που χάθηκαν και οι περισσότεροι έλληνες στρατιωτικοί αυτής της μάχης.
Μέσα στην αντάρα της μάχης η διαταγή της υποχώρησης δεν πήγε σε όλους τους λόχους. Η σημαία στο Διοικητήριο κυμάτιζε ακόμα, δείγμα ότι ο 2ος λόχος δεν είχε ειδοποιηθεί, προφανώς λόγω απώλειας του αγγελιοφόρου που είχε σταλθεί να τους ειδοποιήσει.
Το καθήκον αυτό κλήθηκε να πράξει τελικά ο ίδιος ο Αντισυνταγματάρχης Σταυρουλόπουλος πηγαίνοντας επιτόπου με το τζιπ του, ειδοποιώντας τους για την διαταγή του και δίνοντας εντολή να διασωθεί η σημαία που βρισκόταν ακόμα επί του ιστού προκειμένου να μην πέσει λάφυρο στα χέρια των τούρκων.
Αμέσως μετά κατευθύνθηκε προς την Πύλη και καθοδηγούσε ο ίδιος τους άνδρες που υποχωρούσαν προς το Αγγλικό Κολλέγιο.
Ο Υπλγός Κόλλιας του 2ου Λόχου, πρέπει να ήταν και ο τελευταίος Ελδυκάριος που εγκατέλειψε το Στρατόπεδο. Πριν από αυτόν, δύο-τρία λεπτά το είχε εγκαταλείψει και ο Στρατοπεδάρχης του. Ήταν περίπου 4 και κάτι το απόγευμα!
Στον χώρο πίσω από την Σχολή Γρηγορίου ήταν δύο άρματα  Μ48 των Τούρκων κατεστραμμένα. Τα  κατέστρεψε μια ομάδα των αντιαρματιστών Λοκατζήδων «των Νοράτλας» της Α’ ΜΚ/Γ’ ΜΑΚ υπό τον Ανθυπολοχαγό Κοϊμτζόγλου. Έτσι τα άρματα αυτά δεν έκοψαν την δίοδο διαφυγής των Ελδυκάριων.
Οι Τούρκοι μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις μέσα στο Στρατόπεδο, κατά το συνήθειό τους δεν σεβάστηκαν τους ΗΡΩΕΣ νεκρούς μας. Σε κάποιους έκοψαν τα κεφάλια και τα έβαλαν πάνω στο δρόμο του Γερόλακκου και την Πύλη του και τα φωτογράφιζαν.
Η διαχρονικοί βαρβαρότης των απόγονων των Μογγόλων της Ασιατικής Στέππας σε όλο της το μεγαλείο. Ήταν τόσο το μίσος τους για τους άνδρες της ΕΛΔΥΚ.
Δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι ΜΟΝΟ 318 άνδρες εγκαταλελειμμένοι από όλους, χωρίς άρματα, χωρίς αντιαρματικά, χωρίς αεροπορία, αντιμετώπισαν επιτυχώς για 60 ώρες, ένα στράτευμα αποτελούμε από 6.900 περίπου πάνοπλους Τούρκους στρατιώτες, ενισχυμένους με 4 Ίλες αρμάτων (περίπου 60 άρματα), Πυροβολικό, όλμους και βέβαια την πανταχού παρούσα Τουρκική Αεροπορία!
Μια αναλογία ένας Έλληνας εναντίον είκοσι δύο Τούρκων (1:22)!
Ήταν οι 300 ήρωες της ΕΛΔΥΚ...

Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ & ΑΜΥΝΑ τεύχος 44ο

ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ - ΟΧΥΡΟ ΙΣΤΙΜΠΕΗ


ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ
3. ΟΧΥΡΟ ΙΣΤΙΜΠΕΗ

του Κωνσταντίνου Α. Δημητριάδη

Πολλές φορές στην πλούσια Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, πολλά ιστορικά γεγονότα διανθίζονται από αριθμούς που ουσιαστικά δεν παίζουν κανένα ρόλο στην εξέλιξή τους.
Αυτό αν το παρατηρήσει κανείς, δεν συμβαίνει πάντα. Υπάρχει ένας αριθμός που αποτελεί τον σημείο κατατεθέν, σε ότι φανερώνει αυταπάρνηση, φιλοπατρία, γενναιότητα και θυσία. Είναι ο αριθμός 300...


Μετά 116 χρόνια από την Μάχη στο Μανιάκι πάμε στο Οχυρό Ιστίμπεη, που απέχει 16 χιλιόμετρα από το Ν.Πετρίτσι και βρίσκεται στο ύψωμα Κερκίνη (Μπέλες).
Απέχει 250 περίπου μέτρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, και βρίσκεται σε υψόμετρο 1.339 μέτρων.
Το Οχυρό αποτελούσε τµήµα του συγκροτήµατος των Οχυρών της Γραμμής Μεταξά κι είχε ως αποστολή την απαγόρευση της πρόσβασης μέσω της οδού από Πετρίτσι προς Ν.Πετρίτσι, σε συνδυασμό με τα οχυρά Άσπρη Πέτρα και Στήριγμα.
Διοικητής ήταν ο Ταγματάρχης ΠΖ Ξανθός Πικουλάκης και διέθετε 10 αξιωματικούς και 300 στρατιώτες μέσα στο Οχυρό.
Στις 05:15 της 6ης Απριλίου 1941, τα γερµανικά στρατεύµατα που βρίσκονταν στη Βουλγαρία, εισέβαλαν στην Ελλάδα και ανάμεσα στα άλλα χτύπησαν και το Οχυρό.
Ο Πικουλάκης, ψύχραιμος μέσα στο οχυρό, δίνει διαταγές για αντίσταση μέχρις εσχάτων, στους δέκα αξιωματικούς του, οι οποίοι την μεταφέρουν στους οπλίτες που παίρνουν θέσεις μάχης στα πολυβολεία τους.
Στις 06:00 ώρα, πολυάριθµοι σχηματισμοί αεροπλάνων «Στούκας» (καθέτου εφορμήσεως),  άρχισαν να σφυροκοπούν την επιφάνεια του οχυρού. Με αυτον τον τρόπο κατέστρεψαν το µοναδικό αντιαεροπορικό πολυβολείο, που µέχρι τη στιγµή εκείνη είχε καταφέρει να καταρρίψει 4 εχθρικά αεροπλάνα.
Στις 07:00 ώρα, αφού σταµάτησε ο βοµβαρδισµός, ο εχθρός άρχισε να επιτίθεται µε πυκνά κύµατα πεζικού. Σφοδρές μάχες διεξάγονται γύρω από το οχυρό και ολόκληρα εχθρικά τµήµατα αποδεκατίζονται.
Οι υπερασπιστές του, έξω από αυτό δεν αφήνουν τους γερμανούς να πλησιάσουν, μιάς και η αντιαρματική σειρά από τα «Δόντια του Δράκοντα» (τα αντιαρματικά τσιμεντένια κωλύμματα), είχαν καθηλώσει σε απόσταση τα γερμανικά άρματα «Πάντσερ».
Δυστυχώς όμως ο συνεχής βομβαρδισμός από την αεροπορία ανάγκασε τους υπερασπιστές να μπουν εντός του οχυρού και να βάλλουν πλέον μόνο από τα φατνώματά του.
Περί και τις 08:00 ώρα ο εχθρός κατόρθωσε να πλησιάσει, να θέσει πόδα επί της επιφανείας του οχυρού. Για να εκτονωθεί η πίεση επί των αµυνοµένων, διετάχθη από τον Πικουλάκη αντεπίθεση το μεσημέρι, η οποία όμως τελικά απέτυχε λόγω της τεράστιας υπεροχής του εχθρού σε πυροβολικό και αεροπορία.
Κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες, οι Γερµανοί, εισέρχονται στο εσωτερικό του οχυρού, αλλά µετά από σκληρές μάχες μέσα στις δαιδαλώδεις στοές του, τελικά απωθούνται.
Το πρωϊ της 7ης Απριλίου, βρήκε το Οχυρό να συνεχίζει το σκληρό και επικό αγώνα του. Όλα τα επιφανειακά έργα του έχουν καταστραφεί.
Τότε πλέον η δύναμη του πυρός έδωσε την θέση της στον χημικό πόλεμο.
Την προηγουμένη οι Γερµανοί είχαν καταφέρει να φράξουν τα φατνώµατα των πολυβολείων και των υπολοίπων έργων, αφού πλησίασαν με την βοήθεια φλογοβόλων που έστεναν τις πύρινες γλώσσες τους μέσα σε αυτά. Έτσι κατάφεραν και πλησίασαν και ανέβηκαν στον βράχο μέσα στον οποίο ήταν σκαμένο το οχυρό.
Εκεί με προσοχή βρήκαν μία προς μία τις εξόδους των αεραγωγών του και άρχισαν να διοχετεύουν αποπνικτικά αέρια και να κατορθώνουν για να δηµιουργήσουν ανυπόφορη κατάσταση, μέχρι ασφυξίας για τους υπερασπιστές του. Οι άνδρες μέσα στο οχυρό δεν μπορούσαν πλέον να αναπνεύσουν και προ της απειλής του θανάτου από ασφυξία, ο ∆ιοικητής του Οχυρού περί την 16:00 ώρα, διέταξε την παράδοσή του.
Αξιωματικοί και οπλίτες κατάκοποι, λυπημένοι, εξαντλημένοι από το διήμερο αγώνα, αλλά υπερήφανοι γιατί έκαναν το καθήκον τους στο ακέραιο, συλλαμβάνονται και οδηγούνται αιχμάλωτοι στο βουλγαρικό έδαφος, όπου παρέμειναν κάτω από άθλιες συνθήκες που δημιούργησε για αυτούς ο βουλγαρικός στρατός (δεν ξεχνούσαν οι βούλγαροι την ήττα τους στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο) μέχρι



που υπεγράφη το Πρωτόκολλο Συνθηκολόγησης  την 9η  Απριλίου 1941, οπότε οδηγήθηκαν στη μεθόριο και αφέθηκαν ελεύθεροι.
Οι απώλειες της φρουράς του Οχυρού ανήλθαν σε 25 νεκρούς και 70 τραυματίες, ενώ των Γερμανών ήταν πάνω από 800 νεκροί και τραυματίες.
Οι Γερμανοί μίλησαν για τον ηρωισµό και τη γενναιότητα των 300 υπερασπιστών του Οχυρού Ιστίμπεη. Έαν δεν διέθεταν συντριπτική υπεροχή σε αεροπλάνα, άρµατα, πυροβόλα και βιοχημικά όπλα, η πτώση του Οχυρού θα ήταν αδύνατη.

Δημοσιευτηκε στο Περιοδικο ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ & ΑΜΥΝΑ τεύχος 44ο

ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ - Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ



ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ
3. Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ
του Κωνσταντίνου Δημητριάδη

Π
ολλές φορές στην πλούσια Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, πολλά ιστορικά γεγονότα διανθίζονται από αριθμούς που ουσιαστικά δεν παίζουν κανένα ρόλο στην εξέλιξή τους.
Αυτό αν το παρατηρήσει κανείς, δεν συμβαίνει πάντα. Υπάρχει ένας αριθμός που αποτελεί τον σημείο κατατεθέν, σε ότι φανερώνει αυταπάρνηση, φιλοπατρία, γενναιότητα και θυσία.
Είναι ο αριθμός 300...

Μετά 372 χρόνια από την πτώση της Βασιλεύουσας, εκεί στα 1825, η Ελληνική Επανάσταση διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, όχι μόνο από τον Ιμπραήμ, αλλά και εξαιτίας του ταυτόχρονου εμφύλιου σπαραγμού.
Ο Αιγύπτιος Πασάς, μετά την κατάληψη του Νιόκαστρου στην Πύλο, γρήγορα έγινε κυρίαρχος σχεδόν όλης της Μεσσηνίας και ετοιμαζόταν να βαδίσει κατά της Τριπολιτσάς, που κατείχαν οι Έλληνες από το 1822.
Στις απελευθερωμένες περιοχές κυβερνούσε το «Εκτελεστικό» υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη, ενώ οι αρκετοί οπλαρχηγοί (Κολοκοτρώνης, Δεληγιάννης κ.ά.) βρίσκονταν στις φυλακές, θύματα της εμφύλιας διαμάχης. Ο Παπαφλέσσας, που ασκούσε καθήκοντα Υπουργού Στρατιωτικών, διείδε τον κίνδυνο που διέτρεχε η Επανάσταση και παρότι πολιτικός φίλος του Κουντουριώτη και αντίπαλος του Κολοκοτρώνη, εισηγήθηκε την απελευθέρωση των φυλακισμένων οπλαρχηγών, αλλά δεν εισακούστηκε.
Συν τοις άλλοις, προσπάθησε να οργανώσει ένα επαρκές στράτευμα για την αντιμετώπιση του Ιμπραήμ, μπαίνοντας ο ίδιος επικεφαλής, αλλά κι εκεί συναντούσε απροθυμία από όλους.
Στα μέσα Μαΐου, αποφάσισε να αναλάβει δράση και να αντιπαρατεθεί ο ίδιος με τον εχθρό, σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει τους Έλληνες.
Με λίγους άνδρες αναχώρησε από το Ναύπλιο και αφού διέσχισε την Πελοπόννησο κατέλαβε την ανατολική πλευρά του όρους Μάλα στο Μανιάκι της Μεσσηνίας, ένα λόφο που «βλέπει» όλη την περιοχή μέχρι το Νιόκαστρο και από όπου θα είχε καλύτερη εποπτεία των κινήσεων του εχθρού.
Ο Ιμπραήμ με τις υπηρεσίες πληροφοριών που διέθετε, εντόπισε εύκολα τις θέσεις των ανδρών του Παπαφλέσσα και κινήθηκε εναντίον του με 12.000 πεζούς και ιππείς. Ο Παπαφλέσσας μόλις και μπόρεσε να παρατάξει 800 άνδρες.
Κατασκεύασε πρόχειρα προχώματα (ταμπούρια) και παρέταξε τους άνδρες τους σε άμυνα τριών σειρών. Κάποιοι από τους οπλαρχηγούς, του πρότειναν να δώσουν αλλού τη μάχη, επειδή η περιοχή ήταν ακατάλληλη και διότι θεώρησαν ότι τα ταμπούρια που είχαν κατασκευάσει θα ήταν εύκολη υπόθεση για το αιγυπτιακό ιππικό.
Ο Παπαφλέσας επέμεινε να δώσει τη μάχη στο Μανιάκι, υπολογίζοντας στις ενισχύσεις που περίμενε ή τουλάχιστον που έτσι άφηνε να φανεί, για να τονώσει το ηθικό των ανδρών του.
Η αλήθεια είναι ότι ο Γρηγόριος Δικαίος (το κοσμικό όνομα του Παπαφλέσσα), ήξερε ότι κανείς δεν θα ερχόταν τελικά, αλλά πίστευε ακράδαντα ότι έπρεπε να σταθεί μπροστά στον Ιμπραήμ, δείχνοντας ότι δεν τον φοβάται, ακόμα κι αν έπρεπε να χαθεί, γιά να συνταράξει με την γενναιότητά του, τους τρομοκρατημένους Έλληνες και να τους κάνει να ψυχωθούν.
Με τη θέα λοιπόν των ορδών του Ιμπραήμ στις 19 Μαΐου 1825, αρκετοί από τους Έλληνες καταλήφθηκαν από φόβο και αρνήθηκαν να πολεμήσουν και σχεδόν αμέσως άρχισαν οι διαρροές και οι λιποταξίες. Το σύνθημα της αποχώρησε έδωσε ένας μανιάτης οπλαρχηγός με καμιά δεκαριά άνδρες που κίνησε για τα ξερόβραχα της Μάνης και στη συνέχεια η φυγή γενικεύτηκε μαζικά. Το ελληνικό στρατόπεδο πλέον δεν αριθμούσε πάνω από 300 άνδρες.
Η μάχη άρχισε το πρωί της 20ης Μαΐου 1825 και κράτησε περίπου οκτώ ώρες.
Για τους πεπειραμένους Αιγύπτιους και τους Γάλλους αξιωματικούς τους, δεν ήταν εύκολο να κάμψουν την αντίσταση των λιγοστών Ελλήνων κι αυτό διότι και οι 300 πολέμησαν με υπέρμετρη γενναιότητα επί τόσες ώρες.
Τα ταμπούρια τους έμεναν απλησίαστα από το Οθωμανικό πεζικό που όταν εφορμούσε δεχόταν βροχή τα βόλια των τριακοσίων.
Κάποια στιγμή που ο Ιμπραήμ αποκαμωμένος με τα αποτυχημένα συνεχή γιουρούσια του στρατεύματός διέταξε «γενική επίθεση» και των 12.000 ανδρών του, τα καρυοφίλια πλέον δεν προλάβαιναν να απωθήσουν τους «αραπάδες» του Αιγύπτιου Πασά.
Έτσι τελικά οι άνδρες του Ιμπραήμ και με την βοήθεια του ιππικού τους, εισέβαλαν μετά από αλλεπάλληλες συνεχείς επιθέσεις στα ταμπούρια των Ελλήνων και τους σκότωσαν σχεδόν όλους, ανάμεσά τους και τον Παπαφλέσσα, ο οποίος βρισκόταν στο πρώτο ταμπούρι δίπλα από την Ελληνική επαναστατική σημαία.



Μετά την μάχη, ο Ιμπραήμ παρότι αλλόθρησκος ζήτησε να του φέρουν μπροστά του την σορό του Παπαφλέσσα. Αφού λοιπόν έβαλε και τον έστησαν έτσι όπως ήταν αιματοβαμμένος σε ένα δένδρο, τον φίλησε στο μέτωπο σαν ένδειξη περιστασιακού σεβασμού σε έναν γενναίο αντίπαλο.
Μετά όμως, κατά τα γνώριμα ήθη των Οθωμανών, διέταξε να του κόψουν το κεφάλι και να το περιφέρουν στο στράτευμα σαν λάφυρο.
Η Μάχη στο Μανιάκη ήταν μια άνιση μάχη από όλες τις πλευρές και έφερε στη μνήμη πολλών τη Μάχη των Θερμοπυλών και τη θυσία των 300 του Λεωνίδα

Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ τεύχος 44ο

ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ... - ΠΥΛΗ ΑΓΙΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ

ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ 2. ΠΥΛΗ ΑΓΙΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ
του Κωνσταντίνου Α. Δημητριάδη

Πολλές φορές στην πλούσια Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, πολλά ιστορικά γεγονότα διανθίζονται από αριθμούς που ουσιαστικά δεν παίζουν κανένα ρόλο στην εξέλιξή τους.
Αυτό αν το παρατηρήσει κανείς, δεν συμβαίνει πάντα. Υπάρχει ένας αριθμός που αποτελεί τον σημείο κατατεθέν, σε ότι φανερώνει αυταπάρνηση, φιλοπατρία, γενναιότητα και θυσία. Είναι ο αριθμός 300...

Μιά ακόμα σημαντική στιγμή όπου ο αριθμός «300» την έχει σημαδέψει εμφανίζεται 1.933 χρόνια μετά από την Μάχη των Θερμοπυλών, στα Θεοδοσιανά τείχη της Βασιλεύουσας (Κωνσταντινουπόλεως), εκεί μπροστά στο Μέγα τείχος, τα ξημερώματα της Τρίτης 29ης Μαΐου 1453.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα η πεδιάδα του Λύκου ποταμού, γέμιζε αργά από ένα ανθρώπινο ποτάμι. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες ο ένας δίπλα στον άλλο συγκεντρώνονταν και ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση.
Στην πρώτη γραμμή οι «άτακτοι», οι βασιβουζούκοι, το ανομοιογενές ασκέρι που ακολούθησε τον Σουλτάνο στην εκστρατεία του για το πλιάτσικο. Χωρίς «πιστεύω», χωρίς φιλοπατρία. Μόνο για το πλιάτσικο.
Ψηλά από τα τείχη οι υπερασπιστές χαμογέλασαν. Δεν τους φόβισε ο τεράστιος όγκος του πρώτου κύματος των επιτιθεμένων. Ίσα ίσα τους εξυπηρετούσε τόσο κοντά που ήταν ο ένας με τον άλλον. Δεν θα χρειαζόταν καν να σημαδεύουν. Το σχέδιο του Μωάμεθ ήταν απλό σε σύλληψη. Θα εξουθένωνε τους υπερασπιστές μέχρι τελικής πτώσεως. Ήταν λίγοι και ο στρατός του, υπερεικοσαπλάσιος.
Είχε κόσμο να θυσιάσει ενώ εκείνοι όχι. Μπορούσε να στέλνει στρατεύματα κατά κύματα μέχρι το σπαθί στα χέρια των υπερασπιστών πάνω στα τείχη να γίνει ασήκωτο από τις συνεχόμενες μάχες.
Μόλις δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης, η φύση τρόμαξε!
Χιλιάδες κραυγές, αλαλαγμοί, φωνές, και επικλήσεις στον Αλλάχ, έσκισαν τον σκοτεινό ουρανό της Κωνσταντινούπολης.
Τα κανόνια από το στρατόπεδο των Τούρκων, ξερνούσαν φωτιά προς τα τείχη. Τα τύμπανα χτυπούσαν σε ένα δαιμονισμένο ρυθμό που πάγωνε το αίμα. Τα πράσινα μπαιράκια του Μωάμεθ και των Οθωμανικών ορδών του, κυμάτιζαν ξέφρενα μέσα στο σκοτάδι.
Ο Πρωτοστράτορας (σ.σ. επικεφαλής της άμυνας) Ιουστινιάνης από τα τείχη μονολόγησε: «ελάτε…» και χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο τρομακτικό. Στη συνέχεια ούρλιαξε: «Στα όπλα. Έρχονται τα σκυλιά. Ειδοποιήστε τον Αυτοκράτορα, χτυπήστε τις καμπάνες.»
Σε λίγα λεπτά ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος έπαιρνε τη θέση του στα τείχη ανάμεσα στους υπερασπιστές, σαν απλός στρατιώτης.
Ο Ιουστινιάνης γύρισε το κεφάλι του και τον είδε να δένει τον μεταλλικό του θώρακα. Βρισκόταν ακριβώς πίσω του, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Σε ένα τείχος ψηλότερα από όλους. Ούρλιαξε με την βαριά φωνή του για να ακουστεί μέσα στον χαλασμό που έκαναν τώρα και όλες οι καμπάνες από κάθε εκκλησιά της Πόλης: «Κλείδωσε μας. Κλείδωσε μας»
Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος του έγνεψε καταφατικά και με μια κίνηση των χεριών του, έδειξε στον Ιουστινιάνη ότι τον ευχαριστεί.
Οι βαριές πόρτες εξόδου, στα νώτα των υπερασπιστών προς την πόλη έκλεισαν και κλειδώθηκαν. Τώρα όποιος ήταν στα τείχη ή θα νικούσε ή θα πέθαινε. Μπροστά στην Πύλη ο Ιουστινιάνης έδινε τις τελευταίες οδηγίες. Οι καμπάνες συνέχιζαν να χτυπούν άγρια, τα τύμπανα να κάνουν τη γη να τρέμει και οι βασιβουζούκοι να ουρλιάζουν και να εφορμούν προς τα τείχη. Από ψηλά φαινόντουσαν να είναι άπειροι, δεκάδες χιλιάδες.
«Τώρα» ούρλιαξε ο Πρωτοστράτορας και μια πυκνή βροχή από βέλη, θέρισαν τις πρώτες σειρές των επιτιθεμένων. Σαν να προσέκρουσαν σε κάποιον αόρατο τοίχο οι βασιβουζούκοι σταμάτησαν και σωριάζονταν νεκροί. Από ψηλά οι τοξότες άδειαζαν τις φαρέτρες τους σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Δεν σημάδευαν αλλά κανένα βέλος δεν πήγαινε χαμένο. Τόσο πυκνές ήταν οι γραμμές των Οθωμανών ατάκτων. Τα τηλεβόλα και τα αρκεβούζια των βυζαντινών και των Λατίνων είχαν πάρει φωτιά. Ο Ιουστινιάνης έτρεχε πάνω κάτω και εμψύχωνε τους συμπολεμιστές του. Οι 800 σιδερόφρακτοι σύντροφοι του, με μια κίνηση έβγαλαν τα σπαθιά τους και περίμεναν. Μαζί τους και οι Βυζαντινοί στρατιώτες.
Οι Βασιβουζούκοι ήταν ένα ασκέρι ατάκτων από κάθε μεριά του κόσμου. Όταν κατάλαβαν ότι με τις φωνές και τις κραυγές η πόλη δεν πέφτει, δείλιασαν. Οι βυζαντινοί τους μακέλευαν και δεν είχαν προλάβει καν να πλησιάσουν τα τείχη. Έκαναν να υποχωρήσουν. Ο τεράστιος όγκος των χιλιάδων αυτών ερασιτεχνών πολεμιστών ξαφνικά άλλαξε μέτωπο και υποχωρούσε. Γυρνούσε πίσω.
Ο Μωάμεθ που παρακολουθούσε τη μάχη περίμενε την εξέλιξη αυτή. Κούνησε κοφτά το κεφάλι του και έδωσε ένα σύνθημα. Αμέσως στα νώτα των υποχωρούντων βασιβουζούκων ανέλαβαν δράση οι τρομεροί Τσαούσηδες. Αξιωματικοί του Οθωμανικού στρατού. Επαγγελματίες στρατιώτες έπαιξαν το ρόλο «του στρατονόμου». Με τα τεράστια γιαταγάνια τους αλλά και με βαριά μεταλλικά ρόπαλα τιμωρούσαν, σκότωναν, ή άφηναν ανάπηρο όποιον υποχωρούσε. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Οι βασιβουζούκοι αφού είδαν εκατοντάδες συντρόφους τους να πέφτουν από σπαθί ομόθρησκου συμπολεμιστή τους επειδή υποχωρούσαν, άλλαξαν πάλι μέτωπο και ξεχύθηκαν προς τα τείχη. Τουλάχιστον αν πέθαιναν πάνω στη μάχη από το σπαθί των «άπιστων», θα πήγαιναν στον παράδεισο, όπου τους περίμεναν τα πιλάφια και οι παρθένες του Προφήτη τους. Η τεράστια τάφρος είχε γεμίσει με νεκρούς άτακτους…
Μετά από 3 ώρες μάχης σώμα με σώμα, οι Βασιβουζούκοι διατάχτηκαν να υποχωρήσουν. Οι υπερασπιστές ούρλιαζαν από χαρά και ενθουσιασμό. Οι πανοπλίες, τα πρόσωπα, τα μαλλιά τους ήταν κατακκόκινα από το αίμα των Τούρκων. Οι απώλειες τους ήταν σχετικά ελάχιστες.
Όμως τα χέρια τους βάραιναν επικίνδυνα. Είχαν κουραστεί από το μακέλεμα των Οθωμανών.
Τότε νέο κύμα επίθεσης ξεκινούσε. Τη θέση των ατάκτων μετά από τρεις ώρες μάχης έπαιρνε τώρα ο τακτικός στρατός των Οθωμανών. Αμέτρητες σειρές από Αλοφατζήδες, από Καρίπηδες, από Δελήδες, από Μποσταντζήδες και φυσικά από Σπάχηδες, εφορμούσαν προς τα τείχη.
Ήταν ξεκούραστοι και ήθελαν να αποδείξουν ότι δίκαια άνηκαν στον τρομερό στρατό του Σουλτάνου. Από την άλλη οι υπερασπιστές άρχιζαν να καταβάλλονται από την κούραση.
Και ο Σουλτάνος δεν τους άφησε ούτε λεπτό για να ξεκουραστούν. «Κουράγιο αδέρφια» βροντοφώναξε ο Αυτοκράτορας από τα τείχη. «’Ότι έπαθαν οι προηγούμενοι θα πάθουν και αυτοί.» Και πράγματι έτσι έγινε. Επί τρεις ώρες οι υπερασπιστές έκοβαν το νήμα της ζωής των χιλιάδων Οθωμανών στρατιωτών.
Τρεις ώρες μάχης σώμα με σώμα που εάν υπολογίσουμε και τις προηγούμενες, συνολικά οι υπερασπιστές των τειχών πολεμούσαν έξη ώρες αδιάκοπτα. Έξη ώρες να σηκώνουν και να κατεβάζουν συνέχεια ένα βαρύ σπαθί και να μακελεύουν…
Η κούραση άρχισε να τους καταβάλει. Κι οι απώλειες αυτήν την φορά ήταν μεγάλες.
Γλυκοχάραζε και η πεδιάδα του Λύκου ήταν τώρα ένας λασπότοπος γεμάτος αίματα και χιλιάδες πτώματα. Ο Σουλτάνος άρχισε να νιώθει άβολα μπροστά στην προοπτική της αποτυχίας.
Η Πόλη απέναντι του όχι μόνο άντεξε αλλά και διέλυσε μεγάλο μέρος του στρατού του. Διέταξε και το δεύτερο κύμα να υποχωρήσει και έστρεψε το κατασκότεινο πρόσωπο του προς τον Αγά των Γενιτσάρων που στεκόταν πίσω και αριστερά του.
Θα τα έπαιζε όλα για όλα.
Οι Γενίτσαροι ήταν έτοιμοι να εφορμήσουν. Όλοι στα τείχη βαστούσαν την ανάσα τους.
Οι Γενίτσαροι έτρεχαν σκυφτοί. Κοίταζαν μόνο μπροστά. Δεν φώναζαν, ούτε ούρλιαζαν όπως οι προηγούμενοι. Το θεωρούσαν υποτιμητικό. Απλά έτρεχαν.
«Αυτοί είναι οι τελευταίοι, αδέρφια μου» φώναξε ο αυτοκράτορας από ψηλά. «Κρατήστε τις θέσεις σας, μην λιγοψυχάτε τώρα».
Οι Γενίτσαροι πέρασαν την τάφρο, πέρασαν και το Μικρό τείχος και έφτασαν κάτω από το Μέγα τείχος. Έστησαν με ταχύτητα τις σκάλες τους. Από ψηλά οι υπερασπιστές άδειαζαν καυτό λάδι, και πετούσαν πέτρες προς τα κάτω. Οι Γενίτσαροι ένας προς έναν συναντούσαν τον Αλλάχ τους. Κανείς τους δεν φώναζε. Κανείς τους δεν ούρλιαζε. Και όποιος πέθαινε αμέσως κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του…
Είναι η στιγμή που ο χρόνος σταματάει… Είναι η στιγμή που μια αυτοκρατορία πεθαίνει…
Είναι η στιγμή που χίλια και βάλε χρόνια περνάνε στο παρελθόν. Η μοίρα που λες και αμφιταλαντευόταν τόσες ώρες, αποφάσισε να δώσει τη νίκη στους Οθωμανούς.
Εξάλλου η έκπληξη θα ήταν εάν η Πόλη δεν έπεφτε…



Έπεσε όμως με τρία απλά και μοναδικά μοιραία στην ιστορία γεγονότα, που έκριναν τα πάντα.
Στη Βόρεια πλευρά του τείχους, κάτω σχεδόν από το παλάτι των Βλαχερνών σε μια μικρή γωνιά του που κάνει ο τοίχος βρίσκεται ένα πορτάκι. Μια μικρή πόρτα ξύλινη, που κάποτε οι αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν όταν έβγαιναν για κυνήγι. Το πορτάκι σχεδόν δεν φαίνεται ακόμη και εάν κάποιος είναι πολύ κοντά. Οι παλιοί το ονόμαζαν «κερκόπορτα». Αυτό το πορτάκι οι πολιορκημένοι πολλές φορές το είχαν χρησιμοποιήσει στις εφόδους τους. Έβγαιναν μέχρι και πενήντα άνδρες και ταχύτατα καλπάζοντας με τα άλογα τους σάρωναν όποιον Οθωμανό στρατιώτη έβρισκαν μπροστά τους. Μετά σαν φαντάσματα έμπαιναν πάλι από την πόρτα αυτή την ασφάλιζαν και έπαιρναν τις θέσεις τους στα τείχη.
Λοιπόν με κάποιο «περίεργο» τρόπο η πόρτα αυτή, εκείνη την μοιραία στιγμή βρέθηκε να έχει μείνει ...ανοιχτή.
Την ξέχασαν καθώς επέστρεφαν μετά από κάποια επιδρομή οι Βυζαντινοί;
Κάποιο χέρι από μέσα που ήθελε να μπουν οι Οθωμανοί, την ξεκλείδωσε;
Κανείς δεν ξέρει , ούτε θα μάθει ποτέ. Πολλά λέχθηκαν, αλλά τίποτα δεν τεκμηριώθηκε.
Από την πόρτα αυτή λοιπόν, μπήκαν κάποιοι Γενίτσαροι οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί σχεδόν αμέσως από τους Βυζαντινούς. Με άλογα και πεζή, οι υπερασπιστές έπεσαν πάνω τους και τους εξολόθρευσαν. Ένας από εκείνους όμως κατάφερε να σκαρφαλώσει στο τείχος και να τοποθετήσει σε ενα σημείο του τη σημαία του Σουλτάνου. Η σημαία από παράβλεψη των αμυνομένων έμεινε εκεί και δεν κατέβηκε…
Την ίδια στιγμή σαν να έπαιζε ένα παιχνίδι η μοίρα, ο Ιουστινιάνης, ο άνθρωπος που ουσιαστικά μαζί με τον Αυτοκράτορα κρατούσε την Πόλη, τραυματίζεται. Είδε μέσα από την κατάμαυρη πανοπλία του να ξεπηδά αίμα. Κάποιο βέλος καρφώθηκε χαμηλά στην κοιλιά του. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και όσο περνούσε η ώρα ο Ιουστινιάνης σφάδαζε. Οι σύντροφοι του, άφησαν τις θέσεις τους στις πολεμίστρες και έτρεξαν να προστατεύσουν τον ηγέτη τους.
Από τα τείχη έφυγε η ελίτ της άμυνας οι σιδερόφραχτοι ιππότες του Γενουάτη γίγαντα. Οι γενίτσαροι συνέχιζαν να ανεβαίνουν… Ο Ιουστινιάνης φώναξε στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να του πετάξει τα κλειδιά της Πύλης για να φύγει. «Αδελφέ» απάντησε με αγωνία από ψηλά ο Παλαιολόγος «άντεξε λίγο ακόμη σε παρακαλώ».
Ο Ιουστινιάνης σε κρίση πανικού και φρικτού πόνου ούρλιαξε: «Πέταξε μου τα κλειδιά ανάθεμα με. Πεθαίνω δεν το βλέπεις;». Ο αυτοκράτορας υποχώρησε και πέταξε τα κλειδιά. Οι πιστοί σύντροφοι του Ιουστινιάνη άφησαν τα τείχη και κρατώντας τον στα χέρια έτρεξαν προς τα 2 πλοία που τους περίμεναν στο λιμάνι.
Οι Βυζαντινοί έμειναν πλέον μόνοι τους, να κρατήσουν όλο το βάρος της άμυνας της Πόλης.
Αργότερα πολλοί κατηγόρησαν τον Ιουστινιάνη ότι λιγοψύχησε και για ένα μικρό τραυματισμό έφυγε. Η πραγματικότητα είναι όμως εντελώς διαφορετική. Ο Ιουστινιάνης σε όλες τις ημέρες της πολιορκίας, ποτέ δεν δείλιασε, ποτέ δεν έκανε πίσω. Πρώτος δίπλα στον Κωνσταντίνο απωθούσε τους Οθωμανούς. Ευκαιρίες να φύγει είχε πολλές. Και μάλιστα να αλλάξει και στρατόπεδο γεμίζοντας τις τσέπες του με χρυσάφι. Δεν το έκανε. Έμεινε στις επάλξεις...
Το τρίτο περιστατικό που συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με τα άλλα δύο ήταν και αυτό καθοριστικό.
Την ίδια στιγμή λοιπόν που στις επάλξεις κυμάτισε για πρώτη φορά το μπαϊράκι του Σουλτάνου, την ίδια στιγμή που ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε και αποχώρησε, μια ομάδα Γενιτσάρων, καθοδηγούμενη από τον Καφέρ Μπέη, σκαρφάλωσε στα τείχη και πάτησε το πόδι της κάτω από τον Άγιο Ρωμανό. Εκεί κάποιος θηριώδης Γενίτσαρος που πλέον από τους Τούρκους θεωρείται ήρωας, ο Χασάν από το Ουλουμπάτ συνοδευόμενος από μια ομάδα τριάντα συντρόφων του, κατάφερε να προχωρήσει κατά μήκος των επάλξεων, απωθώντας τους παραπαίοντες αμυνόμενους που προσπαθούσαν να τον σταματήσουν.
Με μια σημαία του Σουλτάνου Μωάμεθ στο αριστερό και ένα τεράστιο κυρτό σπαθί στο δεξί χέρι, κράτησε για λίγα λεπτά τη θέση του περικυκλωμένος από Βυζαντινούς. Οι άλλοι γενίτσαροι που τον είδαν εμπνεύστηκαν από το θάρρος του και όρμησαν με περισσότερη λύσσα κατά των υπερασπιστών. Ο γιγαντιαίος γενίτσαρος κάρφωσε τη σημαία του Ισλάμ στα τείχη της Βασιλεύουσας των χριστιανικών πόλεων. Σύντομα οι αμυνόμενοι ανασυντάχτηκαν και με ομοβροντία από βέλη, πέτρες και ακόντια έριξαν κάτω τους τριάντα Γενίτσαρους και κύκλωσαν τον Χασάν. Με κόκκινα μάτια από την ένταση της μάχης του επιτέθηκαν, τον γονάτισαν και στην κυριολεξία τον κομμάτιασαν.
Τα ελάχιστα λεπτά που άντεξε όμως, ήταν αρκετά για ακόμη περισσότερους γενίτσαρους να σκαρφαλώσουν στα τείχη. Η μάχη είχε πλέον κριθεί.
Ο Σουλτάνος που παρακολουθούσε πιά από κοντά τη μάχη, ενώ είχε σηκώσει το χέρι να σημάνει υποχώρηση, είδε με το έμπειρο μάτι του την αναταραχή στις γραμμές των υπερασπιστών.
Τότε αντί για υποχώρηση έδωσε εντολή όλες οι δυνάμεις του να πέσουν στο σημείο εκείνο. Σαν πλημμυρίδα χιλιάδες άνδρες άρχισαν να εισβάλλουν στον θύλακα που ο Σουλτάνος τους υπέδειξε.
Οι αμυνόμενοι υποχώρησαν υπό το βάρος του αριθμού των επιτιθεμένων. Σε ένα τέταρτο 30.000 Οθωμανοί ανέβηκαν στα τείχη. Τώρα όλοι ούρλιαζαν απόκοσμα και έσφαζαν όποιον συναντούσαν.
Η Πόλις Εάλω. Η Πόλις Εάλω. Η υποχώρηση έγινε πλέον πανικός.
Πύλη Αγίου Ρωμανού πρωινό 29 Μαΐου 1453....
Το πρόσωπο του Αυτοκράτορα είχε μεταβληθεί σε μια μάσκα πόνου. Δεν πίστευε και ο ίδιος πόσο γρήγορα και ξαφνικά ανατράπηκε η κατάσταση. Οι Οθωμανοί έμπαιναν πλέον από παντού. Μέσα στον πανικό και τον χαμό, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν αδύνατον να κάνει το παραμικρό. Έστρεψε το πρόσωπο του προς τα πίσω. Έβλεπε από ψηλά την αγαπημένη του πόλη να ψυχορραγεί. «Όλα τελείωσαν λοιπόν» σκέφτηκε και πρόσταξε την φρουρά του να αποχωρήσει. Κανείς τους όμως δεν έφυγε. Ήταν περίπου 300 άνδρες. Αφού κοιτάχθηκαν όλοι μεταξύ τους, αποφάσισαν και έμειναν και οι 300 εκεί. Ο ίδιος με ψυχραιμία κατέβηκε από τα τείχη κι αφού ανέβηκε στο άλογό του, το κλώτσησε στα πλευρά για να καλπάσει. Τον συνόδευαν οι καλοί του φίλοι , ο Ιωάννης Δαλματός, ο Δον Φρανσίσκο ντε Τολέδο, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Καντακουζηνός. Ο Θεόφιλος τον προέτρεψε να φύγει και να σωθεί. «Δεν φεύγω» είπε. «Η πόλη μου πεθαίνει και μαζί της θα πεθάνω και εγώ».
Ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο Αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας, ο τελευταίος Αυτοκράτορας των Ελλήνων, δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Ξεθήκωσε το σπαθί του και όρμησε. Πίσω του οι σύντροφοι του έκαναν το ίδιο. Όπως η φωτιά καίει τα δάση, έτσι και ο Κωνσταντίνος θέριζε τους Γενίτσαρους. Δεχόταν χτυπήματα αλλά παρέμενε όρθιος. Σε λίγα λεπτά οι τέσσερις σύντροφοι του κείτονταν νεκροί.
Είχε περικυκλωθεί. Η πανοπλία και ο μανδύας του ήταν μέσα στα αίματα. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα. Όχι από πόνο. Δάκρυα για τον χαμό της θεοφύλακτης Πόλης. Ο Κωνσταντίνος ζύγισε το σπαθί στο κουρασμένο του χέρι. «Δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;» φώναξε προς τους άνδρες της φρουράς του που έπεφταν κι αυτοί μαχόμενοι ο ένας μετά τον άλλο. Και σε μιά χωρίς ελπίδα και λογική προσπάθεια όρμησε για τελευταία φορά. Δέχτηκε από πίσω ένα δυνατό χτύπημα. Όλα μαύρισαν στα μάτια του. Κατέρρευσε.
Οι γενίτσαροι έπεσαν πάνω του… Κανείς ποτέ δεν τον ξαναείδε…
Σε λίγο νεκροί θα κείτονταν και οι 300 υπερασπιστές της Πύλης του Αγίου Ρωμανού...

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ τευχος 44ο



ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ - ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ


ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ... 1. ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ
του Κωνσταντίνου Α. Δημητριάδη

Πολλές φορές στην πλούσια Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, πολλά ιστορικά γεγονότα διανθίζονται από αριθμούς που ουσιαστικά δεν παίζουν κανένα ρόλο στην εξέλιξή τους.
Αυτό αν το παρατηρήσει κανείς, δεν συμβαίνει πάντα. Υπάρχει ένας αριθμός που αποτελεί τον σημείο κατατεθέν, σε ότι φανερώνει αυταπάρνηση, φιλοπατρία, γενναιότητα και θυσία.
Είναι ο αριθμός 300...

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Κάποτε στις 9 Αυγούστου 480 π.Χ. (σ.σ. η επικρατέστερη ημερομηνία) μια επική μάχη, γνωστή ως Μάχη των Θερμοπυλών, όπου οι τρομακτικώς υποδεέστερες αριθμητικώς ελληνικές δυνάμεις, υπό τον Βασιλέα της Σπάρτης Λεωνίδα, αντέταξαν τρομερή αλλά άπελπι αντίσταση κατά των Περσών του Βασιλέα Ξέρξη στο εξαιρετικώς στενό – τότε – σημείο των Θερμοπυλών στην σημερινή Φθιώτιδα, αποτέλεσε το σημείο αναφοράς πολλών Στρατιωτικών Σχολών παγκοσμίως και έμεινε γνωστή με τον αριθμό «300». Ας δούμε γιατί:
Η Μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ., διεξήχθη δέκα χρόνια μετά τη Μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.), και ταυτοχρόνως με την επίσης σημαντική Ναυμαχία του Αρτεμισίου στη Βόρεια Εύβοια, στη διάρκεια της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.
Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής (ο τίτλος του «Ναυάρχου» δεν υπήρχε τότε) είχε πείσει τους Έλληνες να αντιτάξουν αντίσταση στους Πέρσες, στο μεν στενό των Θερμοπυλών κατά ξηρά, στο δε στενό του ακρωτηρίου Αρτεμισίου κατά θάλασσα.
Οι εκατοντάδες χιλιάδες Πέρσες, περίμεναν τους Έλληνες επί τετραήμερο να παραδοθούν, κάτι που βεβαίως δεν συνέβη, μετά το πέρας του οποίου επιτέθηκαν εναντίον τους.
Οι Έλληνες υπό τον Βασιλέα της Σπάρτης Λεωνίδα, αντιστάθηκαν για δύο μέρες.
Την δεύτερη μέρα, ο Εφιάλτης ένας που το όνομά του θα αποτελέσει στους επόμενους αιώνες τον ορισμό του προδότη, οδήγησε τους Πέρσες πίσω από τους αμυνόμενους Έλληνες, μέσω ενός «μυστικού» μονοπατιού του όρους Καλλίδρομου, γνωστού ως «Ανοπαία Ατραπό».
Μόλις το πληροφορήθηκε αυτό ο Λεωνίδας αποδέσμευσε τις υπόλοιπες ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις, για να οργανωθεί νέα άμυνα των Ελλήνων νοτιότερα, κρατώντας μαζί του στις «θερμές Πύλες» (εξ ου και το «Θερμοπύλες») μονάχα επίλεκτες και εθελοντικές δυνάμεις, επιπλέον από τους 300 Σπαρτιάτες του. Οι δυνάμεις αυτές ήταν περίπου 400 Θηβαίοι και 700 Θεσπιείς με επικεφαλής τον Δημόφιλο, γιο του Διαδρόμου, που θα υπερασπίζονταν τα νώτα του.
Όλοι αυτοί εξοντώθηκαν από τους Πέρσες επί του πεδίου, καθώς έπεσαν όλοι τους μαχόμενοι ανδρεία μέχρις ενός.
Η Μάχη εν περιλήψει εξελίχθηκε ως εξής:
Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον χρησμό της Πυθίας: «είτε η Σπάρτη θα χαθεί, είτε θα χάσει ένα βασιλιά».
 
Έτσι ο Λεωνίδας πίστευε ότι «έπρεπε να πεθάνει για να σωθεί η Σπάρτη», γι’ αυτό και πήρε στην εκστρατεία, μονάχα 300 Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν γιούς!
Αποφάσισε να παρατάξει τους Σπαρτιάτες στο κέντρο, όπου βρίσκονταν το πιο στενό σημείο των Θερμοπυλών και οι 1.100 Φωκείς, οι οποίοι έκτισαν ένα αμυντικό τείχος είχαν σταλθεί από τον Λεωνίδα για να υπερασπιστούν την Τραχίνα, καθώς απ’ εκεί οι Πέρσες θα μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Έλληνες και να τους κλείσουν σαν σε μιά λαβίδα.
Όταν οι Πέρσες έφθασαν στην περιοχή, ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτή για να πείσει τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα.
Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν…λακωνική: «Μολών Λαβέ» (= σε ελεύθερη μετάφραση «Αν έχεις τα κότσια έλα να τα πάρεις»).
Μετά από την απάντηση αυτή η μάχη ήταν θέμα χρόνου να ξεκινήσει.
Ο Ξέρξης προτίμησε να περιμένει τέσσερις μέρες, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες θα υποχωρούσαν βλέποντας τον όγκο των στρατευμάτων του.
Ο αριθμός των Περσών έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Οι νεότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι πρέπει ήταν περίπου 300.000 άνδρες και όχι 2.000.000, όπως αναφερόταν παλαιότερα.
Με αυτά τα αριθμητικά δεδομένα σε βάρος τους, οι Έλληνες αποφάσισαν να υπερασπιστούν τις Θερμοπύλες, για να εξουδετερώσουν έτσι το μειονέκτημα της μικρής αριθμητικής τους δυνάμεως, περιοριζόμενοι αποκλειστικώς στην άμυνα, στο πιό στενό σημείο της διάβασης, όπου οι Πέρσες θα αναγκάζονταν να περνούν λίγοι-λίγοι, ώστε να είναι αντιμετωπίσιμοι.
Τη πρώτη μέρα οι Πέρσες απωθήθηκαν από τους Έλληνες.
Ούτε η απειλή ότι «τα βέλη τους θα κρύψουν τον ήλιο» δεν πτόησε τον Λεωνίδα και τους άνδρες του, οι οποίοι περιπαιχτικά απάντησαν στους Πέρσες «καλύτερα να πολεμήσουμε υπό σκιά!»
Η κόπωση των Ελλήνων ήταν μεγάλη, γιατί ακόμα και περνώντας λίγοι-λίγοι οι Πέρσες, λόγω του μεγάλου αριθμού τους, έρχονταν εναντίον τους ακατάπαυστα. Η καλή εκπαίδευση των Σπαρτιατών οπλιτών, τους έκανε να αντέξουν αυτήν την μεγάλη κόπωση...
Την δεύτερη ημέρα οι Πέρσες επιτέθηκαν ξανά, με μεγαλύτερη σφοδρότητα, όμως και πάλι δεν κατάφεραν να κάμψουν την ελληνική αντίσταση, προς μεγάλη απογοήτευση του Μεγάλου Βασιλέα (σ.σ. έτσι αποκαλούσαν οι Πέρσες τον Ξέρξη).



 Τότε εμφανίστηκε ο αιώνιος εχθρός των Ελλήνων, ο ΑΙΣΧΡΟΣ ΠΡΟΔΟΤΗΣ, που ονομαζόταν  Εφιάλτης στη σκηνή του ηγέτη των Περσών και του αποκάλυψε ότι υπήρχε ένα μονοπάτι από το οποίο θα περικύκλωνε το ελληνικό στράτευμα.
Οι επίλεκτοι Πέρσες, το Σώμα των Αθανάτων του Ξέρξη, διέσχισε το μονοπάτι αυτό που τους υπέδειξε ο προδότης Εφιάλτης και βρέθηκαν στα μετόπισθεν των Ελλήνων.
Τότε στις γραμμές των τελευταίων επικράτησε σύγχυση.
Οι περισσότεροι πρότειναν υποχώρηση, όμως ο Λεωνίδας αποφάσισε μάχη μέχρις εσχάτων. Αποδέσμευσε όλους τους υπόλοιπους κρίνοντας ότι η θυσία τους θα ήταν μάταιη και παρέμεινε αυτός εκεί, μαζί με τους 300 Σπαρτιάτες του, οι οποίοι ΟΛΟΙ τους είχαν τουλάχιστον ένα γιό, τους 700 Θεσπιείς και τους 400 Θηβαίους, οι οποίοι παρέμειναν στη θέση τους και πολέμησαν εθελοντικώς μαζί με τους Σπαρτιάτες τους Πέρσες, κρατώντας όσο ήταν δυνατόν τα νώτα των τελευταίων.
Ακολούθησε σκληρή μάχη σώμα με σώμα, με τον Λεωνίδα να πέφτει νεκρός από περσικά βέλη.
Οι Πέρσες νίκησαν καταλαμβάνοντας τα Στενά των Θερμοπυλών αλλά είχαν περισσότερες απώλειες από τους Έλληνες στο πεδίο της μάχης, καθώς έχασαν περισσότερους από 20.000 άνδρες.
Αφού βρήκαν το σώμα του Λεωνίδα, μετά τη μάχη, ο Ξέρξης διέταξε να το αποκεφαλίσουν, γεγονός ασυνήθιστο για τους Πέρσες, που συνήθιζαν να τιμούν τους γενναίους αντιπάλους τους.
Μετά από 40 χρόνια, τα λείψανα του Λεωνίδα μεταφέρθηκαν στη Σπάρτη και διοργανώθηκαν ετήσιοι αγώνες προς τιμή του...
Η Μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μια από τις πιο σπουδαίες, γνωστές και σημαντικές μάχες στην Παγκόσμιο Ιστορία και διδάσκεται όπως ανέφερα πιό πάνω, σε πλήθος Στρατιωτικών Σχολών. Τυπικά, οι Έλληνες έχασαν επί του πεδίου της μάχης και οι νικητές Πέρσες κατάφεραν και «πέρασαν».
Στην πραγματικότητα όμως οι Θερμοπύλες απέκτησαν τεράστια φήμη καθώς ενέπνευσαν τις επόμενες γενιές με το παράδειγμα των λίγων και γενναίων ανδρών του Λεωνίδα να μάχονται απελπισμένα την Περσική πλημμυρίδα, αποτελώντας μοναδικό παράδειγμα ηρωϊσμού των ελεύθερων ανδρών που υπερασπίζονται την πατρίδα τους και την ελευθερία τους.
Κυρίως όμως από ηθική άποψη είναι λαμπρό παράδειγμα αυταπάρνησης, αυτοθυσίας, αίσθησης του καθήκοντος και υπακοής στην πατρίδα.
Η μάχη έδειξε τα πλεονεκτήματα της στρατιωτικής εκπαίδευσης των Σπαρτιατών, του καλύτερου εξοπλισμού και της έξυπνης χρήσης της διαμόρφωσης του εδάφους.

Συμφώνως με τον Χάνσον, «η ελευθερία ήταν η κύρια ιδέα για τους Έλληνες και οδήγησε στην αντίσταση τους στις Θερμοπύλες, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές».
Ο Σιμωνίδης ο Κείος, μετά τη μάχη, έγραψε ένα από τα πιο γνωστά επιγράμματά του, συμφώνως με τον Ηρόδοτο:
Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.
(=Ω ξένε, ανάγγειλε στους Λακεδαιμόνιους ότι εδώ ταφήκαμε, υπακούοντας στα προστάγματά τους).
Στα νεώτερα χρόνια το ποιήμα του Κωνσταντίνου Καβάφη «Θερμοπύλες» αποτελεί «φάρο» που φωτίζει τους αγώνες των Ελλήνων απέναντι στους εχθρούς τους!

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ & ΙΣΤΟΡΙΑ τευχος 44ο

ΑΝΤΙΟ, ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ...

                                              ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΥΠΡΟΥ 1974


Πρίν από τρία χρόνια, σαν σήμερα, έφυγε από την ζωή ο Ταξίαρχος ε.α. Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος, Διοικητής της δύναμης 317 Αξιωματικών και οπλιτών, που επιλέχτηκαν να υπερασπίσουν το Στρατόπεδο της ΕΛ.ΔΥ.Κ. στον 2ο Αττίλα.
Την παραμονή της 14ης Αυγούστου 1974, το βράδυ κάλεσε τους επικεφαλής των Λόχων και τους είπε, η διαταγή είναι άμυνα μέχρις εσχάτων.
Δεν θα τολμήσει να βγει κανείς απο το Στρατόπεδο, χωρίς δική μου διαταγή.

Στην επική τριήμερη μάχη που ακολούθησε, οι Έλληνες στρατιώτες υπό της διαταγές του δόξασαν τα Ελληνικά όπλα.

Χωρίς βοήθεια και υπό την τρομακτική πίεση που ασκούσε ο εχθρός, οι Ελδυκάριοι πολεμιστές, παρέμειναν ακλόνητοι στις θέσεις τους, δημιουργώντας εκατόμβες νεκρών στους Τούρκους επιτιθέμενους.

Όταν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου, το Πυροβολικό της Εθνικής Φρουράς σταμάτησε της βολές ανάσχεσης, τα τουρκικά άρματα μάχης βρήκαν την ευκαιρία και εισήλθαν στο Στρατόπεδο.

Η σύγκρουση αρμάτων με τους στρατιώτες της ΕΛ.ΔΥ.Κ., ήταν άνιση και οι ηρωικοί υπερασπιστές του Στρατοπέδου άρχισαν να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλο.

Προ αυτής της δραματικής καταστάσεως, ο Ανχης τότε Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος, παίρνει αυτοβούλως την απόφαση και διατάζει την σύμπτυξη της εναπομείνασας δύναμης, βλέποντας ότι το Στρατόπεδο δεν μπορεί πλέον να κρατηθεί, και το άδικο της θυσίας των στρατιωτών του. 86 Έλληνες Αξιωματικοί και στρατιώτες, θα μείνουν για πάντα εκεί ακοίμητοι φρουροί της Ελληνικότητας του Στρατοπέδου.

Η απόφαση αυτή του Σταυρουλόπουλου επέτρεψε σ'εμας που καταφέραμε να βγούμε ζωντανοί από το Στρατόπεδο, να ζούμε και μετά την 16η Αυγούστου του 1974.




Έκτοτε τον αποκαλούσαμε πατέρα, πράγμα που τον συγκινούσε αφάνταστα, και έλεγε πάντα ότι, η αγάπη των στρατιωτών μου, είναι η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσα να λάβω.
Αιώνια η μνήμη στους ΗΡΩΕΣ συμπολεμιστές μας που έπεσαν στην Μάχη του Στρατοπέδου της ΕΛ.ΔΥ.Κ.
Αιώνια η Μνήμη του ΗΡΩΑ Διοικητή μας στην Μάχη, Πατέρα μας Παναγιώτη Σταυρουλόπουλου.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΡΑΟΥΔΑΚΗΣ
Χανιά Κρήτης 11/6/2020

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ:
(1) Ο Βαγγέλης Μπραουδάκης, είναι βετεράνος Λοχίας ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ της Επικής Μάχης του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ από τις 14/8/74-16/8/74 μέσα από τις τάξεις του ηρωϊκού 4ου Λόχου Τυφεκιοφόρων υπό την Διοικηση του ΗΡΩΑ Λοχαγού Λούη Ιωαννίδη. Σεμνός και χωρίς κομπασμούς αναφέρθηκε στην Επική αυτή Μαχη όπου επικεφαλής όλων των Δυνάμεων Αμύνης του Στρατοπέδου ήταν ο αείμνηστος Ταξχος ε.α. Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος. Αυτή η Μάχη και αυτοί οι 318 άνδρες είναι κάτι από τα ελάχιστα που έχουμε ακόμα για να νιώθουμε περήφανοι σήμερα οι Έλληνες, σε ότι αφορά την Νεώτερη Ιστορία μας.
(2) Ο Βαγγέλης Μπραουδάκης επικοινωνούσε συχνά με τον "Πατέρα των Ελδυκαρίων" για να μαθαίνει για την υγεία του και όποτε λάβαινε τηλεφώνημά του, μου το έλεγε με χαρά και καμάρι: "Με πήρε ο Βαγγέλης από την Κρήτη"!










Τρίτη, 9 Ιουνίου 2020

Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ ΚΟΝΔΥΛΗ ΤΟΥ



Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ ΚΟΝΔΥΛΗ ΤΟΥ


Αυτό το όνομα που με αυτό του έτερου Θεσσαλού του Πλαστήρα, οι Τούρκοι δεν ξέχασαν ποτέ!
Μιά μεγαλύτερη μορφή της Μικρασιατικής Εκστρατείας στο πεδίο της μάχης, και κατα πολλους ισάξια με αυτην  του Πλαστηρα.
Στην στρατιωτική του καριέρα, «σκότωσε αμετρητους Τουρκους». Και πάντα με αστραπιαίες επιθέσεις. Για αυτό του δόθηκε το παρατσούκλι «Κεραυνός»!
Εθελοντης της Κρητικης Επαναστασης του 1896, οπλαρχηγος στον Μακεδονικο Αγωνα, Υπολοχαγός στους Βαλκανικους πολεμους, αντισυνταγματάρχης στην Ουκρανική εκστρατεία, Συνταγματάρχης στην Μικρασιατικη.
Ειναι αυτος, που με το Συνταγμά του γύριζε ατμοπλοϊκώς απο την Ουκρανια, αποβιβαστηκε στην Σμυρνη αρχες Ιουνιου 1919 και αφου πληροφορήθηκε την σφαγη, το ζωντανό κάψιμο σε φουρνάρικα και το πετάλωμα 86 στρατιωτων του 8ου Συνταγματος Κρητων απο τους Τουρκους, καθως και την κατακρεουργηση 6.500 Μικρασιατων και 31 Προσκοπων απο τους Τσετες του αρχιεγκληματια (και κατοπινου πρωθυπουργου) Adnan Menteres, (που του άρεσε να τον αποκαλούν ελληνιστί Αντνάν ο Μενάνδριος) προεβη με τους 3.000 ανδρες του σε ευρεία κυκλωτική κινηση περαν απο τον ποταμο Μαίανδρο, απώθησε βίαια στα όρια της έναρξης της Ιταλικής Ζώνης Ευθύνης εναν Ιταλο Λοχαγό, χτυπώντας τον βάναυσα με το καμτσικι του που πήγε να του κλείσει τον δρόμο, έστεισε στον τοίχο και εκτέλεσε 20 Ιταλους οπλίτες που ειχαν νταραβέρια με τους Τουρκους και είχαν δώσει δίοδο δαφυγής στους «σφαγείς του Αϊδινίου», και «αμολυσε» τους αφιονισμενους στεργιανούς Θεσσαλούς του, που δεν είχαν ακόμα συνέλθει από το ταξίδι με το καράβι από την Οδησσό  (δεν τα πήγαινα οι ανδρες του και τόσο καλά με το «υγρό στοιχείο» ως ορεσίβιοι που ήταν), πανω στους κατασκηνωμενους Τσέτες και σε όσα Τουρκικά χωρια βρεθηκαν στο περασμα του.

Οι Τσετες στο στρατόπεδό τους στην Τζίνα κυκλώθηκαν την ώρα του φαγητου και των διηγήσεων για τις σφαγές που έκαναν κατά του Ελληνικού πληθυσμού και για τους βιασμούς που διέπραξαν απέναντι σε Ελληνοπούλες πριν τις εκτελέσουν. Όλοι τους κατακρεουργήθηκαν μαζικα από τους άνδρες του Κονδύλη, ενω ο αρχηγός τους, Ταγματάρχης Ναχρί Μπέης, εκτελέστηκε με στομωμένο μαχαιρι απο εναν Λαρισαίο, κατ’εντολήν και παρουσία του Κονδύλη.
"Μετα την εξόντωση των αιμοβορων νομάδων, ο Ελληνικος Στρατος επέπεσε με ορμή σε όλα τα Τουρκικά χωρια της κοιλαδας του κάτω Μαιάνδρου, αφανίζοντας τα παντα: Άνδρες, γυναίκες και παιδιά σφαγιάστηκαν, μετά απο ρητές εντολές του Θεσσαλου Διοικητή, που αγνόησε κάθε εντολή του Γενικού Επιτελείου για «σύνεση» και παρά τις διαμαρτυρίες των Ιταλών προς την Διοίκηση της Στρατιάς στην Σμύρνη, που ηταν φανερό τι άθλιο ρολο έπαιζαν παρότι δήθεν «σύμμαχοι» στον Α’ ΠΠ. Ο Κονδύλης δεν καταλάβαινε τίποτα.
Τζαμιά κάηκαν μαζι με τους Χοτζάδες μεσα, ενώ σε αυτές τις επιχειρήσεις διακριθηκε ενας Μικρασιάτης Ιερέας, ο Παπα-Λάμπρος απο το Αιδίνι, που έπειτα απο την φρικτη σφαγή των τεσσάρων παιδιών του στο Αιδινι (μάλιστα οι σαδιστές Τσέτες ειχαν παλουκώσει την μεγαλύτερη του κόρη, Ευλαμπία, με το…κοντάρι της Ελληνικής Σημαίας) ήταν πλέον εκτός εαυτού. Με ενα μικρό τσεκούρι και ενα χασαπομάχαιρο ακολουθούσε έχοντας σχεδόν χάσει τα λογικά του τον Ελληνικό Στρατό και έμπαινε μεσα στα σπίτια των Τούρκων χωρικών με ορμή «κομματιάζοντας τους πάντες αδιακρίτως», ενώ έκοψε τον λαιμο και ενός απο τους πιο επιφανείς Τούρκους Ιμάμηδες της περιοχής του Αιδινίου, που έμαθε από τους ίδιους τους Τούρκους της περιοχής ότι τους ξεσήκωνε στις σφαγές.

Ο Συνταγματάρχης Σταυριανόπουλος, Διοικητής του 1/38  που αποβιβάστηκε πρώτος στις 2 Μαΐου 1919 στην Σμύρνη, πλησιάζοντας στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Ντεμερτζίκ, είδε κάποιους Τούρκους μαζεμένους να συζητούν. Γύρισε τότε και είπε στον Μικρασιάτη Δημοσιογράφο που τον συνόδευε: "Αυτό που είδα τώρα θα το θυμάμαι. Νόμιζα ότι δεν είχε μείνει ούτε ρουθούνι Τούρκου ζωντανού, από κει που πέρασε ο Κονδύλης με τους Θεσσαλούς του".
Τα θύματα των Τουρκων ξεπέρασαν τους 500 ενοπλους και πανω απο 2.000 αμαχους το μεγαλύτερο μέρος των οποίων όμως, παρότι δήθεν άμαχοι, είχαν λάβει μέρος στις σφαγές των Ελλήνων.
Έτσι η περιοχη του Αιδινιου ηρέμησε για τρια (!) ολοκληρα χρονια.
Ο Κονδυλης ξαναπερασε τον ποταμό, με μια καταματωμένη στολη και κρατωντας ενα μακρύ ραβδι, ενω οι αδάμαστοι Θεσσαλοι πισω του «κραύγαζαν απο άγρια χαρα».

Κι όταν κάποια στιγμή ανώτερος Ιταλός αξιωματικός επισκέφθηκε τον Διοιηκή της 1ης Μεραρχίας Ζαφειρίου, για να διαμαρτυρηθεί για την επιχείρηση του Κονδύλη μέσα στην Ιταλική Ζώνη Ευθύνης, ο Ζαφειρίου που ήξερε τι είχε συμβεί τον ρώτησε:
«Κύριε Κονδύλη, ό κύριος ταγματάρχης απ’ εδώ παραπονείται, ότι έκυνηγήσατε τούς Τσέτες εντός της ιταλικής ζώνης κι έκάψατε 7 χωριά!»

Τότε ο Κονδύλης, μέ ζωηρή φωνή και μάτι που γυάλιζε, έτοιμος γιά καυγά, απάντησε:
«Νά πήτε σ’ αυτόν τόν κύριον ότι, εφόσον προστατεύουν τούς Τούρκους καί τούς άφήνουν ελευθέρους νά μας χτυπούν, θά κάψω όχι εφτά, άλλά δεκαεφτά χωριά, εστω κι άν χρειασθή νά φθάσω μέχρι την Βαβυλώνα».
Ο Συνταγματάρχης Κονδύλης ηταν απο τους ελάχιστους Έλληνες στην Ελληνικη Ιστορια που είχαν καταλάβει την ιδιοσυγκρασία των Τούρκων, τον φόβο των Τούρκων στην δύναμη και την αποφασιστικότητα και έδρασε αναλόγως. Είχε καταλάβει την θρασυδειλία του Τούρκου και τον τσάκισε!
Το αποτέλεσμα μετά απο τις επιχειρησεις του Κονδύλη στην περιοχή Μαίνανδρου: Πλήρης ηρεμία…".

ΚΩΣΤΑΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ 9/6/2020

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

Ακίφ Μπεκί... "του-μπεκί"!

Αγαπητέ εκ Μογγολίας ορμώμενε Ακίφ Μπεκί,

Με τις δηλώσεις σας περί χρήσης του Ερντογάν για αποπροσανατολισμό της Αγίας Σοφίας, δήθεν ποντάροντας στον φόβο των Ελλήνων, που δήθεν υπενθυμίζει η Άλωση του 1453, αποδεικνύετε καθημερινά ότι αυτοί που φοβούνται είστε εσείς ο Μπαχτσελί και φυσικά ο Πρόεδρος σας και όχι εμείς οι Έλληνες!
Για τον κάθε έμπειρο ψυχολόγο, ψυχαναλυτή και ψυχίατρο, που σέβεται το επάγγελμα του και τα πτυχία του, η όλη συμπεριφορά σας αυτό δείχνει.
Αυτοί που χέζονται τον Έλληνα και τον Ελληνισμό, είστε εσείς, η θρασύδειλη παρέα των τουρκομογγόλων!
Για αυτό και κάθε χρόνο κάνετε φιέστες για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τα στίφη του Μωάμεθ σας!


Βέβαια εκτός των άλλων είστε και βλάκες διότι με αυτά που κάνετε κάθε χρόνο, στις 29 Μαΐου, το μόνο που καταφέρνετε είναι να θυμίζετε σε όλον τον κόσμο ότι η Κωνσταντινούπολη ΔΕΝ ήταν ποτέ δική σας! Ήλθατε και καταφέρατε να την κατακτήσετε στο "παρά τσακ" της απόσυρσης σας, μετά από 60 μέρες άκαρπης πολιορκίας, με τριακονταπλάσιο Στρατό σε σχέση με τους αμυνόμενους...
Κάτι η Κερκόπορτα, κάτι ο Ιουστινιάνης που τραυματίστηκε και αποσύρθηκε, κάτι ο Γενίτσαρος με το μπαϊράκι σας πάνω στα τείχη, καταφέρατε και λυγίσατε την ύστατη στιγμή την άμυνα στα "ταλαιπωρημένα" από την "μπομπάρντα" του Ουρβανού τείχη, ώστε να μπορείτε σήμερα να καυχιέστε ότι νικήσατε και καταλάβατε την Πόλη του Κωνσταντίνου...
Όσο για το ότι οι Έλληνες "φοβούνται" μόνον ένας ανιστόρητος σαν εσένα και τους όμοιούς σου δεν γνωρίζει και ούτε θέλει να ξέρει, ότι κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13 παραδόθηκε στον Ελληνικό στρατό 
"άνευ όρων" η Θεσσαλονίκη, όλη η Μακεδονία, η Ήπειρος, τα Γιάννενα (αφού έπεσε το υπερεξοπλισμένο και οργανωμένο αμυντικά Μπιζάνι)...
Όταν στο σχολείο σου σας έκαναν αυτά τα μαθήματα, θα πρέπει να είχες κάνει "κοπάνα" και θα έτρωγες μπακλαβαδάκια και κεμπάπ με τους φίλους σου κατά Βόσπορο μεριά...
Αλλά και ο πολυδιαφημισμένος από τους Γερμανούς τότε, στρατός σας, ο οποίος ως αιχμάλωτος πολέμου συνέχισε να οπλοφορεί βάσει του άρθρου 3 του ιδίου Πρωτοκόλλου Παράδοσής του, όχι γιατί ο νικητής Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' ήταν ενθουσιασμένος με την μαχητικότητά του και ήθελε να τον τιμήσει, αλλά διότι θα ανελάμβανε ένοπλος να αφοπλίσει και τις υπόλοιπες διάσπαρτες Τουρκικές στρατιωτικές μονάδες. Δηλαδή με λίγα λόγια είπαμε στον Στρατό σας "κρατήστε τα όπλα σας και κυνηγήστε όσους δεν έχουν παραδοθεί ακόμα σε μας από τον υπόλοιπο στρατό σας, γιατί εμείς έχουμε να παίξουμε ...τάβλι"!!!
Με λιγα λογια "μαλάκα μου", σας ....."φοβόμασταν" τοσο πολυ που σας αφήσαμε να κυκλοφορείτε οπλισμένοι... για να το παίζετε "Φρουροί μας"!!!
Για τέτοιο φόβο μιλάμε!
Και πιθανώτατα δεν θα γνωρίζεις ότι εκεί στα 1921, ο Ελληνικός Στρατός έφτασε πολεμώντας συνεχώς,  400χλμ μακριά από την βάση του, διασχίζοντας την Αλμυρή Έρημο και το ένα Ντάγ μετά το άλλο μέσα στον καυτερό ήλιο της Ανατολίας, 46χλμ από την πρωτεύουσά σας την 'Αγκυρα, που χεσμένοι εσείς ετοιμαζόσασταν να εκκενώσετε και να αποσυρθείτε στην Σεβάστεια, φοβούμενοι ότι θα την καταλαμβάναμε!
Κι αν δεν ήταν ένας "μαλακα-Ανδρέας" στον Ελληνικό Στρατό, ίσως η έκβαση τότε του πολέμου να ήταν διαφορετική...



Αν δεν το ξερεις μαθε το κι αυτό και φροντισε να το πεις μέσω της εφημερίδας σου και στα υπολοιπα μογγολικά χαϊβανια που φωνασκούν και μας τα ζαλίζουν, κάθε χρόνο τέτοια μέρα έτσι;

Και αγαπητέ Ακίφ Μπεκί... θα σου συνιστούσα να τους το πεις έτσι: "Του-μπεκί" και δη ψιλοκομμένο!!!!

Υπογραφή
Κωνσατντίνος Αλεξ. Δημητριάδης
(κάποιος που δεν σας φοβάται!)